Περιδιαβαίνοντας τη συγκεντρωτική έκδοση Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007 (Ύψιλον/βιβλία 2009) του Δημήτρη Αρμάου, σαγηνευόμαστε πρωτίστως από την εκφραστική δύναμη της γλώσσας, δεδομένου ότι ο ποιητής καλλιεργεί ένα καθαρά προσωπικό γλωσσικό όργανο, με πυρήνα τη δημοτική, αλλά με συχνές αναγωγές στη διαχρονία της ελληνικής γλώσσας απ’ τον Όμηρο και την Ελληνιστική Κοινή της Καινής Διαθήκης έως το δημοτικό τραγούδι. Την προσοχή μας κεντρίζουν ακόμα διάσπαρτες λέξεις της λατινικής, της ιταλικής, της γερμανικής, της αγγλικής και της γαλλικής, όπως εύστοχα σημειώνει και η Λητώ Σεϊζάνη σε βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο https://www.poeticanet.gr/, στις 17/12/2009. Η ίδια, άλλωστε, για να χαρακτηρίσει τη γλωσσική ιδιοτυπία του Αρμάου, δεν φείδεται του ασύνδετου σχήματος: γλωσσοπλάστης, γνώστης της γλώσσας, λάτρης της γλώσσας1.

Η γραμματολογική του κατάταξη, από την άλλη, δεν είναι εύκολη. Η ποίησή του έχει έναν ερμητικό, κρυπτικό χαρακτήρα, σε κάποια σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό, κυρίως ένεκα των ελεύθερων, φαινομενικά ασύμβατων, λεκτικών συνάψεων, αλλά πηγαίνει πολύ πέρα απ’ αυτόν, περνάει μέσα από τον Πάουντ, για να καταλήξει τελικά σ’ ένα πολύ πρωτότυπο και συνεκτικό, πολύ ιδιαίτερο ποιητικό θύλακα. Προσκόμματα συναντά και η προσπάθεια αναζήτησης κοινών τόπων με ομοτέχνους του, οι οποίοι εμφανίζονται στα γράμματα την ίδια περίπου εποχή και εντάσσονται απ’ τους γραμματολόγους στη Λογοτεχνική Γενιά του ’70 και τη διάδοχή της, του ’80.
Προς διευκόλυνση της προσπέλασής μας στο έργο του, λυσιτελές θα ήταν να ιχνηλατήσουμε τη θεματολογία των ποιημάτων του, ταξινομώντας τα στους κάτωθι άξονες: α) μνήμη, β) αντίκτυπος εικόνων της σύγχρονης καθημερινότητας και ποιητική τους μετουσίωση, γ) καταπολέμηση βαρβαρότητας, δ) φθορά και θάνατος, ε) έρωτας. Έχοντας γοητευθεί από τις ποικίλες αναπαραστάσεις της γυναικείας μορφής ως αντικειμένου του πόθου, και από τα επίθετα, τα οποία με ιδιαίτερη δαψίλεια της αποδίδονται (π.χ. «στιλβηδόνα», «πελαγιότερη», «ποθεινή»), στην παρούσα εισήγηση, για οικονομία χρόνου, περιορίστηκα να στραφώ προς την ανάλυση του τελευταίου άξονα, παραθέτοντας και σχολιάζοντας συγκεκριμένα χωρία, που αναδεικνύουν την ερωτική διάσταση του έργου του.
Εκκινώντας απ’ την εισαγωγική ενότητα «Έργα πηλού», το ποίημα «Ερωτευμένος άνθρωπος εν μέση αγορά», αισθητοποιεί τον ίμερο ως κατάσταση μεταρσίωσης, ακροβασίας μεταξύ γης και ουρανού σε μια υπερπραγματικότητα, που συνδυάζει αριστοτεχνικά εγρήγορση και όνειρο:
Βάδιζε ως έγγιστα
Ένα τριάντα ένα-πενήντα πάνω απ’ το έδαφος
Έπαιζε φως και σκόνη μες στα μάτια του
Η οθόνη πύκνωνε κι αραίωνε
Σε αξύπνητο ύπνο εν πτήσει
Σαν το πουλί που τρέμει αν κάτσει σε κλαδί
Μην κρεμαστεί
με το κεφάλι
κάτω.
Ακολούθως, στο ποίημα «Βασική περιγραφή», ο έρωτας οδηγεί σε μια αλληλουχία αβλεψιών και παρεκκλίσεων απ’ τα παγιωμένα, φτάνοντας ως την ανομία:
Γι’ αυτήν θα κλείσεις μέσα τα κλειδιά σου τρεις φορές
Θα τρέξεις κάτι που έτρωγες να φτύσεις γιατί χτύπησε τηλέφωνο
[…]
Βαρέως θα φέρεις που καταχέρισες μέσα στον κόσμο έναν αθώο της γείτονα
Ή που άνοιξες όλες τις βρύσες της αυλής της μόλις έσβησαν τα φώτα.
Για να καταλήξει με τόνο αποφθεγματικό στην υπόμνηση: «Η συνθήκη / των εραστών / είναι / χώρος.
Εν συνεχεία, στο [Ε΄] και [Ϛ΄] μέρος του ποιήματος «Αναβαθμοί: Τα Χάσματα», ο Αρμάος αξιοποιεί τα εκφραστικά μέσα της παρομοίωσης «λευκή σαν όστρακο», της μεταφοράς «αυγή με το κανίστρι στο κεφάλι» και της παρήχησης «ένα κορίτσι με χαράδρες χαράδρες χαρακιές», για να αναπαραστήσει τη γυναικεία μορφή και συνεχίζει εξαίροντας τη μαγική, πλαστουργό δύναμή της: «Αυτή που ξέρει από το ασήμαντο να τεχνουργεί Ευτυχίες». Ενώ στο [Η΄] πέραν της μεταφοράς «δίπλα στα ηλεκτρικά / όρθρινα μάτια σου», αξιοποιεί την αντίθεση και τις σύνθετες λέξεις, απευθυνόμενος με ικετευτικό τρόπο στην αγαπημένη, σαν να προσφέρει τάμα σε μια θεά:
Δέξου μου αυτά τα πήλινα θρονιά
Μάντιδα τούτων των κακών καλή μου αχρεία Φρυγμένο διαμαντόδερμα
Μια πήχη αλεξιβρόχι.
Στο ποίημα «Bestiarium» ο ποιητής επικαλείται το ζωικό βασίλειο: «Περιστερά πρέπει να σ’ έχει αγγίξει με την άκρη της φτερούγας της / για να μπορείς με δάκρυα τη μεγαλοσύνη / να προσκυνήσεις κάποιου που ανασαίνει και ζει δίπλα σου». Ακολούθως, μέσω μιας οπτικής και κινητικής εικόνας, ο εραστής εμφανίζεται ως ετοιμοθάνατο δελφίνι: «Δελφίνι δε θα πάψει να αναπνέει ευχαριστώ κι εμπιστοσύνη / Καθώς στον ήλιο η ράχη του ασημοκοπάει κυρτή / Σιμά στο δίχτυ όπου θα βρει σύντομα τέλος». Κλείνοντας το ποίημα, όπως εκμυστηρεύεται κι ο ίδιος ο ποιητής, αξιοποιεί έναν κοινό λογοτεχνικό τόπο, παρομοιάζοντας την αγαπημένη με ελαφίνα κι αδιαφορεί για όσους τον επικρίνουν γι’ αυτό: «Αληθινή ελαφίνα εάν δεν μου απαγορεύεται / Ως τόπος λογοτεχνικός κοινός / Να κι αν μου απαγορεύεται να κι όχι».
Η φύση, τόσο η χλωρίδα, όσο κι η πανίδα, προσκαλούνται συχνά σ’ αυτήν την ερωτική παννυχίδα, που φιλοτεχνεί μέσω της γραφίδας του ο Αρμάος. Ενδεικτικά, η εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή παρομοιάζεται με «λεμονιά» (σ. 15), «Κόρη του γέρακα» (σ. 73), «αβροπέλματη φοράδα» ( σ. 76), «μικρή αλεπού» (σ. 98), «τρυφερή φευγάτη περιστέρα» (σ. 100), «ξανθή πανθέρα» (σ. 177). Στο ίδιο κλίμα, τα μεριά της παρομοιάζονται με «ζωηρούς νεβρούς δορκάδας που μας μύριζαν επίμονα» (σ. 102), ενώ τα δάχτυλά της αποκαλούνται «ταυρικά» (σ. 262). Στη θέα αυτής της θελκτικής, αξιέραστης, εξιδανικευμένης μορφής, το αρσενικό ανυψώνεται μετουσιωμένο σε «γεράκι με ορθάνοιχτες φτερούγες» (σ. 78).
Ακολούθως, στο ποίημα που τιτλοφορείται μ’ έναν στίχο του πατέρα του υπερρελισμού André Breton «Aux yeux de niveau d’eau de niveau d’air de terre et de feu» ― «Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς», μεταφράζει εύστοχα ο Νάνος Βαλαωρίτης ― απ’ το ποίημα «Union libre», αξιοποιείται το στοιχείο της υπερβολής: «Όλη η παγκόσμια ποίηση γράφτηκε για σένα», και της υπέρβασης των χρονικών φραγμών με άλματα στην προϊστορία: «Οι Βαβυλώνιοι για παράδειγμα ερωτεύτηκαν / Μ΄ εσένανε στο νου τους. Ακολουθεί ξανά το μοτίβο της επίκλησης:
Ωραία και τώρα ορθοποδίσου
Βάδισε προς το Έργο σου
Άρδεψε τα κλινάρια Νόμε Βιολογικέ
Κι έπειτα μπες στα βύβλινα
μπες στα κρουστά
Που διαδορατίζονται στην κοσμική ορχήστρα.
Να μην ξεχάσουμε και την επίκληση στον θεό Έρωτα στο ποίημα «Μύθος Οκλαζόμενος». Εκεί, άλλωστε, αξιοποιείται το εκφραστικό μέσο της επαναφοράς: «Έρωτά μου της πνιγμονής έρωτά μου της άελλας». Περίτεχνο και το άπαξ λεγόμενο: «Φριξοκέλυφε».
Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Της εκκλησιάς του έρωτα», στο ποίημα «Όριο του ζώντος» αισθητοποιείται η ιερότητα της έλξης δύο ατόμων, όταν ο ένας στρέφει την όψη του στον άλλο: «Μυσταγωγία είναι κι όταν / Δυο αδελφές ματιές αλληλοσφάζονται / Έξω από τ’ άγιο βήμα / Αθώα καμιά.» Ακολούθως, στο ποίημα «Εκπλήρωση» [Β΄] το άγγιγμα των μαλλιών της αγαπημένης λειτουργεί ως σωτήρια λέμβος και μέσο απόλαυσης των φρούτων, τα οποία αξιοποιούνται ως αρχετυπικό σύμβολο απόλαυσης. Την προσοχή μας κεντρίζουν και τρεις περίτεχνες παρομοιώσεις:
Το χέρι μου
Σα στον αφρό του ονείρου σου
Σα σε διχάλα πεύκου που μετέστη
Σα σε χαλίκι από βυθό που φως δεν τον διαφάνεψε απ’ αιώνων
Στα μαλλιά σου
Είμαστε λοιπόν έτοιμοι να βγούμε απ’ το νερό είμαστε έτοιμοι
Να δοκιμάσουμε τα φρούτα
Ενώ στο [Γ΄], το υποκείμενο στρέφεται προς την αγαπημένη ζητώντας της να εξαϋλωθεί, για να μείνει ανέπαφη απ’ τη φθορά: «Απανθρακώσου για να μείνεις ανυπόταχτη / Απανθρωπίσου /εξοβελίσου στη φωταύγεια.
Εν συνεχεία, στο «Οικείοι τρόποι» μέσω μιας περίτεχνης μεταφοράς τα λόγια της αγαπημένης λογίζονται «πώρινα», κατασκευασμένα δηλαδή από πωρόλιθο, ενέχοντας τη μαγική και καταλυτική δύναμη της συμμετοχής σε μια ιερογαμία, έναν γάμο θεών, αλλά και της πυρπόλησης του ποιητικού υποκειμένου και της κατακρήμνισης του περίγυρού του. Άξια προσοχής και η παρήχηση του -σι (σιλουέτα, συγγνώμης, σιλό, σιταποθηκών, Σικελία), η οποία ενδεχομένως να λειτουργεί ως προσφώνηση στην αγαπημένη γυναικεία μορφή, αναπαράγοντας αδιάκοπα την προσωπική αντωνυμία «εσύ»:
Και τα πώρινα λόγια σου
Δεν είναι παρά μέθεξη σε μια ιερογαμία
Γι’ αυτό και η σιλουέτα σου
Είναι βαριά κι αδόλεσχη
Και μια λοξάδα της συγγνώμης της
Αυτή ‘ναι που μυρίζει
Την άατη κι αάατη σποδό μου
Κίτρινα παρλιαμέντα ερείπια
Παλιών σιλό και σιταποθηκών στη Σικελία
To μοτίβο της εξαΰλωσης συνέχει και το ποίημα «Μυστικός Ερωτικός», καθώς το ζευγάρι γίνεται σποδός: «Μυρωδάτη οι δυο μας στάχτη για το άγνωστο», ενώ ο σβέρκος της μνηστής αποκαλείται «σκήνος της ποίησης μυροβόλο». Περνώντας στο ποίημα «Μνημόνιον», ο ποιητής αξιοποιεί το σύνθετο επίθετο «φεγγαρομεγαλόφθαλμη» και το πολυσύνδετο σχήμα «Έργασμα και φωνή και οίκτο της ποίησης», προκειμένου να περιγράψει τη μορφή της αγαπημένης.
Περνώντας στην τρίτη ενότητα, «Άσπρο γεράκι», στο ποίημα «Εμπίστευση», το σκότος, που ζώνει τη γυναικεία μορφή, σε αντίθεση με τα παγιωμένα, προάγει τη γνώση: «Στο μέτωπο σου επιδέξιοι επιστήμονες / χαρτογράφησαν το σκοτάδι». Ακολούθως, στο ποίημα «Στην κάμαρή της», το άγγιγμα του κεντρικού ήρωα δρα ιαματικά στην αγαπημένη γυναικεία μορφή, ξορκίζοντας τη μηδαμινότητά της: «Θωπεύοντας μιαν οπτασία καπνού / Θα ξαναγειάνω / τις χαίνουσες πληγές».
Στην τέταρτη ενότητα «Καθολικόν (Ανατολικά-Δυτικά)», στο ποίημα «Στα όρια του μεγάλου πόνου: η χαρά» τα αγαπημένα σώματα, σμίγοντας το ένα τ’ άλλο παρομοιάζονται με ηδύποτα. Η μέθη τους παραμένει άσβεστη ακόμα κι αν υπερβούμε την πραγματικότητα, ακόμα κι αν επικαλεστούμε πλάσματα-αποκυήματα του μύθου:
Σώματα ηδύποτα που αφρίζουν
Σαν έρχονται κοντά
Ό,τι σε δαύτα σε μεθά
Οράματα και ξωτικά
Δεν το σκορπίζουν.
Στο ποίημα «Εύθυμο ναυάγιο» αξιοποιείται το μοτίβο του ανθρωπομορφισμού ενός φυσικού στοιχείου, για να εξυμνηθεί ένας έρωτας, ο οποίος, έχοντας προβεί στις απαραίτητες σπονδές: «Σκέδασε / Λάδι απ’ τον παλιό κορμό / Γυναικείου θάλαμου άλμη», διασώζεται. Συγκεκριμένα: «Μία πέτρα που λαλεί / Τον λέει με τ’ όνομά του». Εν συνεχεία, στο ποίημα «Γυναίκα νεαρή της επαρχίας με βατραχοπέδιλα» η ερωτική έξαρση της κεντρικής ηρωίδας παρουσιάζεται μέσω μιας εικόνας, οπτικής, ηχητικής και κινητικής: «Προτού χτυπήσουν τα μεσάνυχτα / Με σείστρα και κρόταλα την καλιγώνει ο πόθος / Δρομά και παίζει ανασκιρτά / Έχει μια φλόγα μυστική και την αναχαράζει. Επιπροσθέτως, στην προμετωπίδα του ποιήματος «Μονόδρομος», ο Αρμάος αναφέρεται στους δύο τρόπους περαίωσης της αγάπης, αναδεικνύοντας και τον ανακουφιστικό ρόλο της γραφής: «Δυο τρόπους έχει αγάπη να τελειώσει / Στο πέλαγος της ηδονής ή στ’ άλλο της μελάνης».
Στην Πέμπτη ενότητα: «Στιχάκια του Πλυσταρειού (Ξάστερο σύνθεμα)» στο ποίημα «Ανησυχία» ο Αρμάος διεισδύει στα μύχια της ψυχής της γυναικείας μορφής, μετουσιώνοντας ποιητικά κάποιους απ’ τους ευσεβείς της πόθους:
Να τόνε βασανίσει θέλει στην αγάπη να τον πιει
Και να φωλιάζει στο πλευρό του σαν πουλί όταν σουρουπώνει
Να τόνε βαλαντώσει με περαστικά φρενιάσματά της
Απ’ το κρεβάτι του όπως νικητής και τροπαιοφόρος να σηκώνεται
Ακολούθως, στο «Επάνοδος του ταξιδευτή» αντιμετωπίζει το φαινόμενο του έρωτα μ’ έναν τόνο αποφθεγματικό:
Για τους πολύ τους πάρα πολύ νέους ο έρωτας
Και να τον συντηρείς ακόμα ειν’ επικίνδυνο και κρύο εκ των υστέρων
Μπορούν ν’ αποδειχτούν αποκαλυπτικές απλώς
Απέναντί του οι πιο μεγάλες ηλικίες.
Στην έκτη ενότητα «Υποταγή στον λίβα», στο ποίημα «Επιτήδευμα του ζην» ο Αρμάος, αναδεικνύει την παντοδυναμία του έρωτα: «Παραμυθία καμιά ως προς τον πυρήνα της ψυχής / Που τόνε κατασβύνει μόνο ο έρωτας». Στην έβδομη ενότητα: «Προσόμοια», στο ποίημα «Ηλιοστάσιο», το ποιητικό υποκείμενο εστιάζει στην εξωτερική μορφή της αγαπημένης απ’ το βλέμμα έως το καλοκαιρινό της φόρεμα. Αξιοπρόσεκτη η συναισθησία όρασης-ακοής:
Ας πω μονάχα πόσο εγρήγορα ήτανε τα μάτια
Κάτω απ’ τα βλέφαρα το σώμα της
Πως κράταγε τες αισθήσεις ξύπνες
Και πόσο γλυπτικά το ντύμα επτύχωνε
Κρουστό κι ανάλαφρο φουστάνι
Στην όγδοη ενότητα «Κάνιστρο φιλόφρονων αισθημάτων» η μοδίστρα Καρολίν Μασσίν διεκτραγωδεί τον περιπετειώδη γάμο της με τον Γάλλο φιλόσοφο και ιδρυτή της κοινωνιολογίας Ωγκύστ Κοντ. Ακόμα, αναβιώνει ο γνωστός μεσαιωνικός θρύλος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, που ενέπνευσε τον Βάγκνερ. Ακολούθως, στην ένατη «Τετράδιο: Στάχωση με το δέρμα», στο ποίημα «Στο ναό της Κνίδου» αναδεικνύεται η παντοδυναμία της Αφροδίτης, όταν ένας ικέτης, ονόματι Δημώναξ, ψέγοντας τη θεά για την επί δέκα χρόνια απόρριψή του από την εκλεκτή της καρδιάς του, μένει άλαλος με τρόπο θαυματουργό:
Αλλά η τραυματισμένη του φωνή την είδαν οι άλλοι
Έφερε μια στροφή κι έπειτα πέταξε έξω κι ανακάθισε στη στέγη
Κακόμοιρο μοναξιασμένο μαυροπούλι στο Γενάρη
Που ‘καψε ξαφνικά σπαρτά κι οπωροφόρα.
Στη δέκατη ενότητα «Πόντιση φωτοσημαντήρος» το ποίημα «Το βάφτισμα» φέρνει στο προσκήνιο τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα μέσα από μια μεταφορά και περίτεχνες εικόνες:
Να λόγου χάρη η σιδερένια γάμπα της γειτονοπούλας Που ‘φερνε σε δυσπνοϊκό ντελίριο τα παιδιά / Με κάθε πισωπάτημά της στον χωρό με κάθε δίπλωμα.
Σ’ όλη αυτήν την προσπάθεια, καίρια είναι και η παρουσία ομοτέχνων του, δεδομένου ότι η γραφίδα του Αρμάου υδρεύεται από αγαπημένα αναγνώσματα, προβαίνοντας σ΄ έναν δημιουργικό δανεισμό, ο οποίος δεν διαταράσσει την ενότητα και την αυτονομία των στίχων του. Ενδεικτική η αξιοποίηση γυναικείων μορφών, όπως η δαντική Βεατρίκη (σ. 29) και η παπαδιαμαντική Μοσχούλα (σ. 141), και φυσικά οι διακειμενικές αναφορές, όπως ο στίχος «I long for thy lips» (σ. 58) απ’ το σαπφικών καταβολών ποίημα «O Atthis» του Ezra Pound.
Κλείνοντας, ας σταθούμε και στο στοιχείο της υπερβατικότητας ως προς την σκιαγράφηση της γυναικείας μορφής. Αναμφίλεκτα, αυτή η τάση ανάγεται στον κόσμο των θρύλων, των παραδόσεων, του δημοτικού τραγουδιού. Κινούμενη εντός του μεταφυσικού αυτού χώρου, η Μούσα του ποιητή, εμφορούμενη με μια απόκοσμη, γοητευτική ορμή μαγνητίζει τις προσλαμβάνουσές μας μετουσιωμένη σε «αερικό» (σ. 73), «αναστάσεως κορίτσι» (σ. 74), «κόρη αιθριακή» (σ. 81), «ξωθιά» (σ. 176).
Με το παρόν σημείωμα, ελπίζω πως αναδείχθηκε η προσήλωση του Δημήτρη Αρμάου στη μυσταγωγία, την έξαρση, την εξύμνηση, την εξάχνωση του Έρωτα. «Έργασμά» του, ένα πολύτιμο εγκόλπιο για τους μελλοντικούς εραστές. Εύχομαι ολόψυχα το μεστό, ώριμο —παρά το βιαστικό φευγιό του— έργο του, το οποίο μετουσιώνει δημιουργικά τα νάματα των πρώτων μοντερνιστών ποιητών, να αναδειχθεί ολοπλεύρως και να διαβαστεί, διορθώνοντας τη χρόνια παραγνώρισή του απ’ την κριτική.
Σύνοψη του άρθρου διαβάστηκε στην εκδήλωση «Αφιέρωμα στον Δημήτρη Αρμάο (1959-2015)», που έλαβε χώρα στο Πατάρι των Εκδόσεων Gutenberg το Σάββατο 20 Απριλίου 2024.
1 Λ. Σεϊζάνη, «Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007, Ποίηση, Ύψιλον Βιβλία 2009.»
Αναδημοσίευση από: Fractal, 28/05/2024. https://www.fractalart.gr/erotiki-diastasi-poihsh-dimitri-armaoy/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου