Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

«Μυρωδάτη οι δυο μας στάχτη για το άγνωστο». Η ερωτική διάσταση της Ποιητικής του Δημήτρη Αρμάου

Περιδιαβαίνοντας τη συγκεντρωτική έκδοση Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007 (Ύψιλον/βιβλία 2009) του Δημήτρη Αρμάου, σαγηνευόμαστε πρωτίστως από την εκφραστική δύναμη της γλώσσας, δεδομένου ότι ο ποιητής καλλιεργεί ένα καθαρά προσωπικό γλωσσικό όργανο, με πυρήνα τη δημοτική, αλλά με συχνές αναγωγές στη διαχρονία της ελληνικής γλώσσας απ’ τον Όμηρο και την Ελληνιστική Κοινή της Καινής Διαθήκης έως το δημοτικό τραγούδι. Την προσοχή μας κεντρίζουν ακόμα διάσπαρτες λέξεις της λατινικής, της ιταλικής, της γερμανικής, της αγγλικής και της γαλλικής, όπως εύστοχα σημειώνει και η Λητώ Σεϊζάνη σε βιβλιοπαρουσίαση που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο https://www.poeticanet.gr/, στις 17/12/2009. Η ίδια, άλλωστε, για να χαρακτηρίσει τη γλωσσική ιδιοτυπία του Αρμάου, δεν φείδεται του ασύνδετου σχήματος: γλωσσοπλάστης, γνώστης της γλώσσας, λάτρης της γλώσσας1.




Η γραμματολογική του κατάταξη, από την άλλη, δεν είναι εύκολη. Η ποίησή του έχει έναν ερμητικό, κρυπτικό χαρακτήρα, σε κάποια σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό, κυρίως ένεκα των ελεύθερων, φαινομενικά ασύμβατων, λεκτικών συνάψεων, αλλά πηγαίνει πολύ πέρα απ’ αυτόν, περνάει μέσα από τον Πάουντ, για να καταλήξει τελικά σ’ ένα πολύ πρωτότυπο και συνεκτικό, πολύ ιδιαίτερο ποιητικό θύλακα. Προσκόμματα συναντά και η προσπάθεια αναζήτησης κοινών τόπων με ομοτέχνους του, οι οποίοι εμφανίζονται στα γράμματα την ίδια περίπου εποχή και εντάσσονται απ’ τους γραμματολόγους στη Λογοτεχνική Γενιά του ’70 και τη διάδοχή της, του ’80.

Προς διευκόλυνση της προσπέλασής μας στο έργο του, λυσιτελές θα ήταν να ιχνηλατήσουμε τη θεματολογία των ποιημάτων του, ταξινομώντας τα στους κάτωθι άξονες: α) μνήμη, β) αντίκτυπος εικόνων της σύγχρονης καθημερινότητας και ποιητική τους μετουσίωση, γ) καταπολέμηση βαρβαρότητας, δ) φθορά και θάνατος, ε) έρωτας. Έχοντας γοητευθεί από τις ποικίλες αναπαραστάσεις της γυναικείας μορφής ως αντικειμένου του πόθου, και από τα επίθετα, τα οποία με ιδιαίτερη δαψίλεια της αποδίδονται (π.χ. «στιλβηδόνα», «πελαγιότερη», «ποθεινή»), στην παρούσα εισήγηση, για οικονομία χρόνου, περιορίστηκα να στραφώ προς την ανάλυση του τελευταίου άξονα, παραθέτοντας και σχολιάζοντας συγκεκριμένα χωρία, που αναδεικνύουν την ερωτική διάσταση του έργου του.

Εκκινώντας απ’ την εισαγωγική ενότητα «Έργα πηλού», το ποίημα «Ερωτευμένος άνθρωπος εν μέση αγορά», αισθητοποιεί τον ίμερο ως κατάσταση μεταρσίωσης, ακροβασίας μεταξύ γης και ουρανού σε μια υπερπραγματικότητα, που συνδυάζει αριστοτεχνικά εγρήγορση και όνειρο:




Βάδιζε ως έγγιστα

Ένα τριάντα ένα-πενήντα πάνω απ’ το έδαφος

Έπαιζε φως και σκόνη μες στα μάτια του

Η οθόνη πύκνωνε κι αραίωνε



Σε αξύπνητο ύπνο εν πτήσει

Σαν το πουλί που τρέμει αν κάτσει σε κλαδί



Μην κρεμαστεί

με το κεφάλι

κάτω.

Ακολούθως, στο ποίημα «Βασική περιγραφή», ο έρωτας οδηγεί σε μια αλληλουχία αβλεψιών και παρεκκλίσεων απ’ τα παγιωμένα, φτάνοντας ως την ανομία:



Γι’ αυτήν θα κλείσεις μέσα τα κλειδιά σου τρεις φορές

Θα τρέξεις κάτι που έτρωγες να φτύσεις γιατί χτύπησε τηλέφωνο

[…]

Βαρέως θα φέρεις που καταχέρισες μέσα στον κόσμο έναν αθώο της γείτονα

Ή που άνοιξες όλες τις βρύσες της αυλής της μόλις έσβησαν τα φώτα.




Για να καταλήξει με τόνο αποφθεγματικό στην υπόμνηση: «Η συνθήκη / των εραστών / είναι / χώρος.

Εν συνεχεία, στο [Ε΄] και [Ϛ΄] μέρος του ποιήματος «Αναβαθμοί: Τα Χάσματα», ο Αρμάος αξιοποιεί τα εκφραστικά μέσα της παρομοίωσης «λευκή σαν όστρακο», της μεταφοράς «αυγή με το κανίστρι στο κεφάλι» και της παρήχησης «ένα κορίτσι με χαράδρες χαράδρες χαρακιές», για να αναπαραστήσει τη γυναικεία μορφή και συνεχίζει εξαίροντας τη μαγική, πλαστουργό δύναμή της: «Αυτή που ξέρει από το ασήμαντο να τεχνουργεί Ευτυχίες». Ενώ στο [Η΄] πέραν της μεταφοράς «δίπλα στα ηλεκτρικά / όρθρινα μάτια σου», αξιοποιεί την αντίθεση και τις σύνθετες λέξεις, απευθυνόμενος με ικετευτικό τρόπο στην αγαπημένη, σαν να προσφέρει τάμα σε μια θεά:



Δέξου μου αυτά τα πήλινα θρονιά

Μάντιδα τούτων των κακών καλή μου αχρεία Φρυγμένο διαμαντόδερμα

Μια πήχη αλεξιβρόχι.

Στο ποίημα «Bestiarium» ο ποιητής επικαλείται το ζωικό βασίλειο: «Περιστερά πρέπει να σ’ έχει αγγίξει με την άκρη της φτερούγας της / για να μπορείς με δάκρυα τη μεγαλοσύνη / να προσκυνήσεις κάποιου που ανασαίνει και ζει δίπλα σου». Ακολούθως, μέσω μιας οπτικής και κινητικής εικόνας, ο εραστής εμφανίζεται ως ετοιμοθάνατο δελφίνι: «Δελφίνι δε θα πάψει να αναπνέει ευχαριστώ κι εμπιστοσύνη / Καθώς στον ήλιο η ράχη του ασημοκοπάει κυρτή / Σιμά στο δίχτυ όπου θα βρει σύντομα τέλος». Κλείνοντας το ποίημα, όπως εκμυστηρεύεται κι ο ίδιος ο ποιητής, αξιοποιεί έναν κοινό λογοτεχνικό τόπο, παρομοιάζοντας την αγαπημένη με ελαφίνα κι αδιαφορεί για όσους τον επικρίνουν γι’ αυτό: «Αληθινή ελαφίνα εάν δεν μου απαγορεύεται / Ως τόπος λογοτεχνικός κοινός / Να κι αν μου απαγορεύεται να κι όχι».

Η φύση, τόσο η χλωρίδα, όσο κι η πανίδα, προσκαλούνται συχνά σ’ αυτήν την ερωτική παννυχίδα, που φιλοτεχνεί μέσω της γραφίδας του ο Αρμάος. Ενδεικτικά, η εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή παρομοιάζεται με «λεμονιά» (σ. 15), «Κόρη του γέρακα» (σ. 73), «αβροπέλματη φοράδα» ( σ. 76), «μικρή αλεπού» (σ. 98), «τρυφερή φευγάτη περιστέρα» (σ. 100), «ξανθή πανθέρα» (σ. 177). Στο ίδιο κλίμα, τα μεριά της παρομοιάζονται με «ζωηρούς νεβρούς δορκάδας που μας μύριζαν επίμονα» (σ. 102), ενώ τα δάχτυλά της αποκαλούνται «ταυρικά» (σ. 262). Στη θέα αυτής της θελκτικής, αξιέραστης, εξιδανικευμένης μορφής, το αρσενικό ανυψώνεται μετουσιωμένο σε «γεράκι με ορθάνοιχτες φτερούγες» (σ. 78).

Ακολούθως, στο ποίημα που τιτλοφορείται μ’ έναν στίχο του πατέρα του υπερρελισμού André Breton «Aux yeux de niveau d’eau de niveau d’air de terre et de feu» ― «Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς», μεταφράζει εύστοχα ο Νάνος Βαλαωρίτης ― απ’ το ποίημα «Union libre», αξιοποιείται το στοιχείο της υπερβολής: «Όλη η παγκόσμια ποίηση γράφτηκε για σένα», και της υπέρβασης των χρονικών φραγμών με άλματα στην προϊστορία: «Οι Βαβυλώνιοι για παράδειγμα ερωτεύτηκαν / Μ΄ εσένανε στο νου τους. Ακολουθεί ξανά το μοτίβο της επίκλησης:


Ωραία και τώρα ορθοποδίσου

Βάδισε προς το Έργο σου

Άρδεψε τα κλινάρια Νόμε Βιολογικέ

Κι έπειτα μπες στα βύβλινα

μπες στα κρουστά

Που διαδορατίζονται στην κοσμική ορχήστρα.

Να μην ξεχάσουμε και την επίκληση στον θεό Έρωτα στο ποίημα «Μύθος Οκλαζόμενος». Εκεί, άλλωστε, αξιοποιείται το εκφραστικό μέσο της επαναφοράς: «Έρωτά μου της πνιγμονής έρωτά μου της άελλας». Περίτεχνο και το άπαξ λεγόμενο: «Φριξοκέλυφε».

Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Της εκκλησιάς του έρωτα», στο ποίημα «Όριο του ζώντος» αισθητοποιείται η ιερότητα της έλξης δύο ατόμων, όταν ο ένας στρέφει την όψη του στον άλλο: «Μυσταγωγία είναι κι όταν / Δυο αδελφές ματιές αλληλοσφάζονται / Έξω από τ’ άγιο βήμα / Αθώα καμιά.» Ακολούθως, στο ποίημα «Εκπλήρωση» [Β΄] το άγγιγμα των μαλλιών της αγαπημένης λειτουργεί ως σωτήρια λέμβος και μέσο απόλαυσης των φρούτων, τα οποία αξιοποιούνται ως αρχετυπικό σύμβολο απόλαυσης. Την προσοχή μας κεντρίζουν και τρεις περίτεχνες παρομοιώσεις:

Το χέρι μου

Σα στον αφρό του ονείρου σου

Σα σε διχάλα πεύκου που μετέστη

Σα σε χαλίκι από βυθό που φως δεν τον διαφάνεψε απ’ αιώνων

Στα μαλλιά σου

Είμαστε λοιπόν έτοιμοι να βγούμε απ’ το νερό είμαστε έτοιμοι

Να δοκιμάσουμε τα φρούτα

Ενώ στο [Γ΄], το υποκείμενο στρέφεται προς την αγαπημένη ζητώντας της να εξαϋλωθεί, για να μείνει ανέπαφη απ’ τη φθορά: «Απανθρακώσου για να μείνεις ανυπόταχτη / Απανθρωπίσου /εξοβελίσου στη φωταύγεια.

Εν συνεχεία, στο «Οικείοι τρόποι» μέσω μιας περίτεχνης μεταφοράς τα λόγια της αγαπημένης λογίζονται «πώρινα», κατασκευασμένα δηλαδή από πωρόλιθο, ενέχοντας τη μαγική και καταλυτική δύναμη της συμμετοχής σε μια ιερογαμία, έναν γάμο θεών, αλλά και της πυρπόλησης του ποιητικού υποκειμένου και της κατακρήμνισης του περίγυρού του. Άξια προσοχής και η παρήχηση του -σι (σιλουέτα, συγγνώμης, σιλό, σιταποθηκών, Σικελία), η οποία ενδεχομένως να λειτουργεί ως προσφώνηση στην αγαπημένη γυναικεία μορφή, αναπαράγοντας αδιάκοπα την προσωπική αντωνυμία «εσύ»:

Και τα πώρινα λόγια σου

Δεν είναι παρά μέθεξη σε μια ιερογαμία

Γι’ αυτό και η σιλουέτα σου

Είναι βαριά κι αδόλεσχη

Και μια λοξάδα της συγγνώμης της

Αυτή ‘ναι που μυρίζει

Την άατη κι αάατη σποδό μου

Κίτρινα παρλιαμέντα ερείπια

Παλιών σιλό και σιταποθηκών στη Σικελία



To μοτίβο της εξαΰλωσης συνέχει και το ποίημα «Μυστικός Ερωτικός», καθώς το ζευγάρι γίνεται σποδός: «Μυρωδάτη οι δυο μας στάχτη για το άγνωστο», ενώ ο σβέρκος της μνηστής αποκαλείται «σκήνος της ποίησης μυροβόλο». Περνώντας στο ποίημα «Μνημόνιον», ο ποιητής αξιοποιεί το σύνθετο επίθετο «φεγγαρομεγαλόφθαλμη» και το πολυσύνδετο σχήμα «Έργασμα και φωνή και οίκτο της ποίησης», προκειμένου να περιγράψει τη μορφή της αγαπημένης.

Περνώντας στην τρίτη ενότητα, «Άσπρο γεράκι», στο ποίημα «Εμπίστευση», το σκότος, που ζώνει τη γυναικεία μορφή, σε αντίθεση με τα παγιωμένα, προάγει τη γνώση: «Στο μέτωπο σου επιδέξιοι επιστήμονες / χαρτογράφησαν το σκοτάδι». Ακολούθως, στο ποίημα «Στην κάμαρή της», το άγγιγμα του κεντρικού ήρωα δρα ιαματικά στην αγαπημένη γυναικεία μορφή, ξορκίζοντας τη μηδαμινότητά της: «Θωπεύοντας μιαν οπτασία καπνού / Θα ξαναγειάνω / τις χαίνουσες πληγές».

Στην τέταρτη ενότητα «Καθολικόν (Ανατολικά-Δυτικά)», στο ποίημα «Στα όρια του μεγάλου πόνου: η χαρά» τα αγαπημένα σώματα, σμίγοντας το ένα τ’ άλλο παρομοιάζονται με ηδύποτα. Η μέθη τους παραμένει άσβεστη ακόμα κι αν υπερβούμε την πραγματικότητα, ακόμα κι αν επικαλεστούμε πλάσματα-αποκυήματα του μύθου:



Σώματα ηδύποτα που αφρίζουν

Σαν έρχονται κοντά

Ό,τι σε δαύτα σε μεθά

Οράματα και ξωτικά

Δεν το σκορπίζουν.



Στο ποίημα «Εύθυμο ναυάγιο» αξιοποιείται το μοτίβο του ανθρωπομορφισμού ενός φυσικού στοιχείου, για να εξυμνηθεί ένας έρωτας, ο οποίος, έχοντας προβεί στις απαραίτητες σπονδές: «Σκέδασε / Λάδι απ’ τον παλιό κορμό / Γυναικείου θάλαμου άλμη», διασώζεται. Συγκεκριμένα: «Μία πέτρα που λαλεί / Τον λέει με τ’ όνομά του». Εν συνεχεία, στο ποίημα «Γυναίκα νεαρή της επαρχίας με βατραχοπέδιλα» η ερωτική έξαρση της κεντρικής ηρωίδας παρουσιάζεται μέσω μιας εικόνας, οπτικής, ηχητικής και κινητικής: «Προτού χτυπήσουν τα μεσάνυχτα / Με σείστρα και κρόταλα την καλιγώνει ο πόθος / Δρομά και παίζει ανασκιρτά / Έχει μια φλόγα μυστική και την αναχαράζει. Επιπροσθέτως, στην προμετωπίδα του ποιήματος «Μονόδρομος», ο Αρμάος αναφέρεται στους δύο τρόπους περαίωσης της αγάπης, αναδεικνύοντας και τον ανακουφιστικό ρόλο της γραφής: «Δυο τρόπους έχει αγάπη να τελειώσει / Στο πέλαγος της ηδονής ή στ’ άλλο της μελάνης».

Στην Πέμπτη ενότητα: «Στιχάκια του Πλυσταρειού (Ξάστερο σύνθεμα)» στο ποίημα «Ανησυχία» ο Αρμάος διεισδύει στα μύχια της ψυχής της γυναικείας μορφής, μετουσιώνοντας ποιητικά κάποιους απ’ τους ευσεβείς της πόθους:

Να τόνε βασανίσει θέλει στην αγάπη να τον πιει

Και να φωλιάζει στο πλευρό του σαν πουλί όταν σουρουπώνει

Να τόνε βαλαντώσει με περαστικά φρενιάσματά της

Απ’ το κρεβάτι του όπως νικητής και τροπαιοφόρος να σηκώνεται

Ακολούθως, στο «Επάνοδος του ταξιδευτή» αντιμετωπίζει το φαινόμενο του έρωτα μ’ έναν τόνο αποφθεγματικό:

Για τους πολύ τους πάρα πολύ νέους ο έρωτας

Και να τον συντηρείς ακόμα ειν’ επικίνδυνο και κρύο εκ των υστέρων

Μπορούν ν’ αποδειχτούν αποκαλυπτικές απλώς

Απέναντί του οι πιο μεγάλες ηλικίες.



Στην έκτη ενότητα «Υποταγή στον λίβα», στο ποίημα «Επιτήδευμα του ζην» ο Αρμάος, αναδεικνύει την παντοδυναμία του έρωτα: «Παραμυθία καμιά ως προς τον πυρήνα της ψυχής / Που τόνε κατασβύνει μόνο ο έρωτας». Στην έβδομη ενότητα: «Προσόμοια», στο ποίημα «Ηλιοστάσιο», το ποιητικό υποκείμενο εστιάζει στην εξωτερική μορφή της αγαπημένης απ’ το βλέμμα έως το καλοκαιρινό της φόρεμα. Αξιοπρόσεκτη η συναισθησία όρασης-ακοής:

Ας πω μονάχα πόσο εγρήγορα ήτανε τα μάτια

Κάτω απ’ τα βλέφαρα το σώμα της

Πως κράταγε τες αισθήσεις ξύπνες

Και πόσο γλυπτικά το ντύμα επτύχωνε

Κρουστό κι ανάλαφρο φουστάνι



Στην όγδοη ενότητα «Κάνιστρο φιλόφρονων αισθημάτων» η μοδίστρα Καρολίν Μασσίν διεκτραγωδεί τον περιπετειώδη γάμο της με τον Γάλλο φιλόσοφο και ιδρυτή της κοινωνιολογίας Ωγκύστ Κοντ. Ακόμα, αναβιώνει ο γνωστός μεσαιωνικός θρύλος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, που ενέπνευσε τον Βάγκνερ. Ακολούθως, στην ένατη «Τετράδιο: Στάχωση με το δέρμα», στο ποίημα «Στο ναό της Κνίδου» αναδεικνύεται η παντοδυναμία της Αφροδίτης, όταν ένας ικέτης, ονόματι Δημώναξ, ψέγοντας τη θεά για την επί δέκα χρόνια απόρριψή του από την εκλεκτή της καρδιάς του, μένει άλαλος με τρόπο θαυματουργό:



Αλλά η τραυματισμένη του φωνή την είδαν οι άλλοι

Έφερε μια στροφή κι έπειτα πέταξε έξω κι ανακάθισε στη στέγη

Κακόμοιρο μοναξιασμένο μαυροπούλι στο Γενάρη

Που ‘καψε ξαφνικά σπαρτά κι οπωροφόρα.



Στη δέκατη ενότητα «Πόντιση φωτοσημαντήρος» το ποίημα «Το βάφτισμα» φέρνει στο προσκήνιο τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα μέσα από μια μεταφορά και περίτεχνες εικόνες:

Να λόγου χάρη η σιδερένια γάμπα της γειτονοπούλας Που ‘φερνε σε δυσπνοϊκό ντελίριο τα παιδιά / Με κάθε πισωπάτημά της στον χωρό με κάθε δίπλωμα.

Σ’ όλη αυτήν την προσπάθεια, καίρια είναι και η παρουσία ομοτέχνων του, δεδομένου ότι η γραφίδα του Αρμάου υδρεύεται από αγαπημένα αναγνώσματα, προβαίνοντας σ΄ έναν δημιουργικό δανεισμό, ο οποίος δεν διαταράσσει την ενότητα και την αυτονομία των στίχων του. Ενδεικτική η αξιοποίηση γυναικείων μορφών, όπως η δαντική Βεατρίκη (σ. 29) και η παπαδιαμαντική Μοσχούλα (σ. 141), και φυσικά οι διακειμενικές αναφορές, όπως ο στίχος «I long for thy lips» (σ. 58) απ’ το σαπφικών καταβολών ποίημα «O Atthis» του Ezra Pound.

Κλείνοντας, ας σταθούμε και στο στοιχείο της υπερβατικότητας ως προς την σκιαγράφηση της γυναικείας μορφής. Αναμφίλεκτα, αυτή η τάση ανάγεται στον κόσμο των θρύλων, των παραδόσεων, του δημοτικού τραγουδιού. Κινούμενη εντός του μεταφυσικού αυτού χώρου, η Μούσα του ποιητή, εμφορούμενη με μια απόκοσμη, γοητευτική ορμή μαγνητίζει τις προσλαμβάνουσές μας μετουσιωμένη σε «αερικό» (σ. 73), «αναστάσεως κορίτσι» (σ. 74), «κόρη αιθριακή» (σ. 81), «ξωθιά» (σ. 176).

Με το παρόν σημείωμα, ελπίζω πως αναδείχθηκε η προσήλωση του Δημήτρη Αρμάου στη μυσταγωγία, την έξαρση, την εξύμνηση, την εξάχνωση του Έρωτα. «Έργασμά» του, ένα πολύτιμο εγκόλπιο για τους μελλοντικούς εραστές. Εύχομαι ολόψυχα το μεστό, ώριμο —παρά το βιαστικό φευγιό του— έργο του, το οποίο μετουσιώνει δημιουργικά τα νάματα των πρώτων μοντερνιστών ποιητών, να αναδειχθεί ολοπλεύρως και να διαβαστεί, διορθώνοντας τη χρόνια παραγνώρισή του απ’ την κριτική.



Σύνοψη του άρθρου διαβάστηκε στην εκδήλωση «Αφιέρωμα στον Δημήτρη Αρμάο (1959-2015)», που έλαβε χώρα στο Πατάρι των Εκδόσεων Gutenberg το Σάββατο 20 Απριλίου 2024.


1 Λ. Σεϊζάνη, «Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007, Ποίηση, Ύψιλον Βιβλία 2009.»



Αναδημοσίευση από: Fractal, 28/05/2024. https://www.fractalart.gr/erotiki-diastasi-poihsh-dimitri-armaoy/

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Θοδωρής Βλαχοδημήτρης

 


Η μεγάλη Μοίρα

 

                                                 ΄ενθ΄η μεγάλη Μοίρα κομίζει

                                                     Σοφοκλής, Φιλ.στίχ.1466


Ας είσαι καλά, αμφιθάλασση Λήμνο,

Κάμε να φτάσω αμέμπτως

Εγώ και τούτοι οι συντρόφοι μου

εκεί στη Μακρόνησο,

στα δόντια

του δικού και ξενόφερτου λύκου.

Εκεί όπου η μεγάλη Μοίρα με σέρνει.

 

Θα πάμε όλοι ενωμένοι, μαζί,

αλλά

καθένας κι η Μοίρα του.

Αν μου ριχτούνε οι ύαινες,

Αν γιομίσουν πληγές το κορμί μου,

αν ματώσουν ακόμα τα χέρια τους,

δική τους ντροπή.

 

Για ν’ αντέξω

θα θυμάμαι

των γονιών μου τα πρόσωπα,

τα ορθά κυπαρίσσια, φωτεινά

την αυγή και το σούρουπο,

τις ντοματιές το βράδυ στο περβόλι μας

και το κλίμα στην ξώπορτα.

 

Η λευτεριά κοστίζει ακριβά

κι αίμα, αίμα το τίμημα.   


Δικαιοσύνη-φάντασμα


Και η φωνή μου μούσκεμα

απ' τη βροχή του πόνου

που δέρνει το Φθινόπωρο

τις σκεβρωμένες θύρες

σου φέρνει ένα

μήνυμα θανάτου,

πολιτεία.

Άνθρωποι που πεινάσανε

στους δρόμους κουρασμένοι

φτύνουν χτικιό τ' απόβραδα

κι υφαίνουν στην καρδιά τους

από καιρό τα σάβανα

τα μαύρα του

χαμού σου.

Δικαιοσύνη-φάντασμα,

πειρατικό καράβι,

που πρακτορεύεις ύπουλα

με κραυγαλέα ψεύδη

τα βραδινά χαμόγελα

στα μάτια των ανθρώπων.

 Πηγή: Ο Άλλος δρόμος και 16 Ανέκδοτα ποιήματα, Αθήνα: Εκδόσεις Σήμερα και Αύριο, 2012 (3η έκδοση).                                            

Βιογραφικό από το εξώφυλλο της συλλογής: Ο Άλλος δρόμος και 16 Ανέκδοτα ποιήματα

Ο ποιητής και στοχαστής Θοδωρής Βλαχοδημήτρης γεννήθηκε το 1925 στο Σουληνάρι, κοντά στην Πύλο.

Τελείωσε το Γυμνάσιό της, σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, δούλεψε ως επιστημονικός συνεργάτης  του, το παράτησε το 1967 λόγω της διχτατορίας. Αυτοεξόριστος στο Αμβούργο της Γερμανία, όπου έζησε τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης της Deutsche Forschungsgemeinschaft και της Ακαδημίας των Επιστημών του Göttingen

 στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και δίδαξε Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία της Τέχνης και του Πολιτισμού και Φιλοσοφία στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2005 και αναπαύεται, σύμφωνα με την επιθυμία του, στα χώματα της γενέθλιας γης.

Έφηβος στην Εθνική Αντίσταση, νέος στην εξορία στα στρατόπεδα Μούδρου/ Λήμνου και στη Μακρόνησο (1948-1951), όπου και βασανίστηκε, αντίμαχος στο βασιλικό πραξικόπημα, έμπρακτος αντίπαλος της δικτατορίας (1967-1974) συνδυάζει πικρή εμπειρία, επιστημονικό οπλισμό, κριτική οξυδέρκεια, αισθητική αγωγή και υψηλή αίσθηση ευθύνης.

Η ποίησή του είναι γεμάτη ειλικρίνεια και ανθρωπιά, τραγικότητα, στοχαστική οδύνη και πολύτιμη ανθρώπινη τρυφερότητα. Ενέχει ιδεολογική τοποθέτηση κι είναι βαθιά διδακτική, όπως κάθε μεγάλη ποίηση.

Τα δοκίμιά του Ηράκλειτος, Κωστής Παλαμάς, Θεωρία δημιουργικής κριτικής, Κείμενα σκέψης και προσανατολισμού είναι φωτεινά στη σκέψη, σταθερά στη δομή, ζηλευτά υποδείγματα ύφους και καλλιέπειας.                         

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μια ποίηση όπου η μνήμη και τ’ όνειρο, το παρελθόν και το παρόν, τυραννικά και τα δύο, ετεροειδή αλλά ισοβαρή φορτία σμίγουν στο κοινό σημείο: την αμετάκλητη καταδίκη της όποιας ανομίας, παρελθοντικής και μελλοντικής. Όταν θριαμβεύει το άνομο και άδικο, λειτουργεί ως αντίδοτο η εσωτερική ανθρώπινη ομορφιά, όμοια με την ομορφιά της πατρίδας όταν ο ήλιος της λούζει τα μάρμαρα και τα μνήματά της τ’ αμέτρητα. Και είναι αυτή η ομορφιά τελικά το όπλο για την αντιμετώπιση του άνομου και του άδικου, είναι η ρομφαία του Αρχαγγέλου το χέρι έτοιμη να συντρίψει τον βέβηλο που θα παραβιάσει τις θύρες των ιερών αδύτων…

Μια ποίηση ξεναγός στον κόσμο των συντριμμένων ονείρων, στον κόσμο της βία, του μίσους και του θανάτου, αλλά και στον κόσμο της χαράς και της αγάπης, η αναζήτηση της οποίας γίνεται ανθρώπινη αναγκαιότητα.

Χαράλαμπος Μπάλτας

Από το ευχαριστήριο στον ποιητή Θοδωρή Βλαχοδημήτρη

Hellenic Canadian News, November 2009.



1) Ευχαριστίες στην εκπαιδευτικό Αθανασία Γεωργοπούλου που μας απέστειλε το ποίημα «Μεγάλη Μοίρα», «το Βιογραφικό» και το απόσπασμα από το «Ευχαριστήριο στον ποιητή Θοδωρή Βλαχοδημήτρη».


2)Η φωτογραφία τη αντλήθηκε από την ιστοσελίδα που αφιερώθηκε στο έργο του ποιητή και στοχαστή: https://thodorisvlachodimitris.org/. Τραβήχτηκε στο Αμβούργο το 2000.

«Το σώμα είναι φάρος / και σήμα κινδύνου / Το σώμα πάντοτε χώμα»




Λευτέρης Ξανθόπουλος (Αθήνα, 18 Φεβρουαρίου 1945 – Αθήνα, 19 Ιουνίου 2020)

Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπος της Ποιητικής Γενιάς του '70, ο οποίος, μέσω της Τέχνης του, ακροβατούσε ανάμεσα στις προσωπικές του ανησυχίες, αναπτύσσοντας συχνά υπαρξιακές προεκτάσεις, και τον σχολιασμό της κοινωνικής πραγματικότητας. Άλλωστε, ανήκει σε μια γενιά που μεγάλωσε βιώνοντας στο ακέραιο τα αδιέξοδα της ετοιμόρροπης μετεμφυλιακής δημοκρατίας και ωρίμασε στα χρόνια της δικτατορίας. Ο ποιητικός του λόγος είναι άμεσος, προφορικός, αλλά ιδιαίτερα στοχαστικός, υποβάλλοντας στον αναγνώστη την αίσθηση του πόνου και της νοσταλγίας. 

Εκφραστικά μέσα, όπως εικόνες και μεταφορές, χρησιμοποιούνται με φειδώ, εξωτερικεύοντας με έντεχνο τρόπο την έννοια της φθοράς:  «Το σώμα είναι φάρος / και σήμα κινδύνου / Το σώμα πάντοτε χώμα».  («Οχηματαγωγό Μίλτος Σαχτούρης»)

Αφετηρία της έμπνευσής του, γίνονται μικρές καθημερινές σκηνές, όπως οι ενδοοικογενειακές συζητήσεις, τα όνειρα των παιδιών, το πέταγμα των εντόνων. Πολλές οι αναγωγές στο ευρύτερο ζωικό βασίλειο (γατόπαρδος, ψάρια, πουλιά, αλλά και την αναψηλάφηση της ιστορίας (π.χ. Οδυσσέας Ανδρούτσος):

Χρονικό

O πατέρας είπε
αγαπώ τον ξεραμένο καπνό
έγινε καπνεργάτης

η μητέρα γύρεψε παιδιά
ταίρι και σπιτικό
ζευγάρωσαν

ο μεγάλος
έψαχνε από παιδί
τον κούρασαν οι μάχες

ο μικρός
δε ζήτησε τίποτα
έφυγε σε ξένο τόπο

το σπίτι μπογιατίζεται κάθε χρόνο
ο πατέρας βγήκε στη σύνταξη
η μητέρα χτίστηκε στις κάμαρες
ο μικρός γίνηκε σιδερόδρομος μακρύς
κι ο μεγάλος σκέφτηκε να πει
αγαπώ τον ξεραμένο καπνό

άργησε προκόψανε οι μηχανές

Αντίψυχα, 1982.

 

Συχνά, οι στίχοι του αισθητοποιούν την αίσθηση της ήττας και της παραίτησης. Μολαταύτα, ξεφεύγουν από τη μοιρολατρία, έχοντας ως αντίβαρο την αναγκαιότητα μιας διαρκούς αναζήτησης, μιας πνευματικής επαγρύπνησης. Έτσι, ο Ξανθόπουλος  επινοεί το προσωπείο του κυνηγού, για να ελιχθεί προς το ποίημα:

Ο κυνηγός (απόσπασμα)

Ήρθε απέξω έδεσε τις πέρδικες απ’ τα
ποδάρια και τις ακούμπησε στο κατώφλι
κατάχαμα με τα φτερά ανοιχτά να
σπαρταράνε. Έπειτα γύρισε το κλειδί
στην κλειδαριά και μπήκε όπως ήταν
με τις λάσπες με τα νερά.


Γύρισε όλο το σπίτι και δεν βρήκε
κανέναν στην κουζίνα παρατημένα
τα εργαλεία μαχαίρια κουτάλες
οι φωτιές.

Οι εχθροί και οι φίλοι μου, 2014

Στο πλαίσιο της απρόσκοπτης αυτής αναζήτησης,  η ποίηση ανάγεται σε ιερό και δυσπρόσιτο σύμβολο, για την κατάκτηση του οποίου απαιτείται ιδιαίτερη αφοσίωση και πρωτίστως υπέρβαση του «εγώ». 

Κούρσα θανάτου

Πόσες φορές να κλίνω το γόνυ να κλίνω την
κεφαλή για να έρθεις κοντά μου ποίημα;
Πόσες φορές σαν το δαρμένο σκυλί στα πόδια
σου να σε ακούσω
για να ακούσω τη φωνή σου ποίημα;
Πόσες φορές μέσα στου κόσμου τη συνάφεια
για να περάσεις να σταθείς να μείνεις για λίγο
δίπλα μου ποίημα;
Πόσες φορές ικέτης με τάμα εμένα τον ελάχιστο
για να σηκώσεις τα μάτια σου πάνω μου ποίημα;
Πόσες φορές πεινασμένος διψασμένος γυμνός
για να ανοίξεις τα στήθη σου μπροστά μου κι εγώ
με ρύγχος μικρού παιδιού που θηλάζει ακόμα
να πιω να πιω να πιω να ξεδιψάσω ποίημα;

Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, 2018  

Συχνή είναι και η αναμόχλευση θεμάτων, όπως ο μνήμη, η απουσία, ο θάνατος. Χαρακτηριστική η διαρκής επίκληση στον απόντα πατέρα, το φάντασμα του οποίου επιστρέφει συχνά, εκτείνοντας την Ποιητική του προς τον χώρο της μεταφυσικής. Ενδεικτικά: 

«Ο πατέρας παντού» [ΙI]

Σηκώνομαι το καλοκαίρι από το κρεβάτι να βρω τον πατέρα
πίνει τον καφέ του στη βεράντα
τρέχω να τον προλάβω

Βάζω καφέ στο μπρίκι ζάχαρη νερό ανακατώνω

Λίγο πριν πάρει βράση τον κόβω όπως μου έχει 
μάθει εκείνος
κόφτονα βρε κόφτονα μη σπάσει το
καϊμάκι φωνάζει από τον κήπο

Ρίχνω τον καφέ στο φλιτζάνι βγαίνω έξω ανάβω
τσιγάρο και περιμένω 

Μονάχα ο σκύλος στα πόδια μου

Αεράκι θροΐζει στα φυλλώματα

Ο πατέρας περνάει


Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, 2018  


Η αφήγηση του θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη συνιστά ένδειξη τιμής προς έναν ποιητή που τον έχει επηρεάσει βαθύτατα:


«Ο θάνατος του Μίλτου Σαχτούρη (απόσπασμα)


Σχίστηκαν στα δυο ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει 

ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για 

μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το 

καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε 

ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που 

τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα 

έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό 

κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει.


Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, 2018  

Ανατέμνοντας την επίδραση του Σαχτούρη, στον οποίον επιστρέφουν συχνά και άλλοι ποιητές της γενιάς του '70 (π.χ. Γκανάς, Μπράβος), αξίζει να καταφύγουμε στο ποίημα «Πορτρέτο ποιητή σε ώριμη ηλικία». Εκεί, κεντρίζουν την προσοχή μας σαχτούρειες αντανακλάσεις: όπως: η διάσταση ανάμεσα σε άσπρο και μαύρο, τα μοτίβα του αυτοτραυματισμού και της θραύσης και η χρήση συμβόλων (σπασμένα δόντια = ορατά σημάδια του χρόνου, καθρέφτης = φαίνεσθαι, επιφάνεια πραγμάτων, κατάτμηση γυαλιού = υπέρβαση μίζερης πραγματικότητας, στροφή προς τον υπερβατικό χώρο της ποίησης, εγκόλπωση ιδιότητας ποιητή)

Πορτρέτο ποιητή σε ώριμη ηλικία

 

Σπασμένα δόντια

με ένα μαχαίρι

τσακίζει τα δόντια του

με την ανάποδη

του μαχαιριού

 

γρέζια

κομμένα δόντια

σκεπάζει με την παλάμη

το στόμα του

 

λευκές σταγόνες

αστραπές

και από κάτω

ντυμένος σκοτάδι

ντυμένος

στο μαύρο σκοτάδι

ο μασκαράς

 

μυρίζει δόλο

υπακοή και δόλο

και ξαφνικά

με ένα έτσι

ξαφνικά

με την ανάποδη

του χεριού του

κόβει σε χίλια κομμάτια

το γυαλί

 

μπροστά στον καθρέφτη

σε χίλια κομμάτια

το τρελό γυαλί


Οι εχθροί και οι φίλοι μου, 2014

Στο ανέκδοτο ποίημα «Γέρων πυροτεχνουργός, συνομιλεί με τους δαίμονες εντός του», το οποίο συνέχει η ανάκληση αγαπημένων μορφών που διέβησαν την Αχερουσία, πληγώνοντάς τον βαθύτατα,  δείχνει να συμβιβάζεται με το τελεσίδικο της ανθρώπινης μοίρας:


Άλλοι στην ώρα τους
άλλοι νωρίτερα
φύγανε όμως
Δεν θα μπορέσω
να σταματήσω
αυτό το κακό

(συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη)

Κλείνοντας, να μην προσπεράσουμε και τη σχέση του Λευτέρη Ξανθόπουλου με τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη, μέσα από τις ιδιότητες του σκηνοθέτη και του δημιουργού ντοκιμαντέρ. Χαρακτηριστική η ταινία-ντοκιμαντέρ Kαλή πατρίδα, σύντροφε (1986) που εκτυλίσσεται στο ουγγρικό χωριό «Νίκος Μπελογιάννης», όπου είχαν καταφύγει πολιτικοί πρόσφυγες μετά το πέρας του Εμφυλίου.  

Ακολούθως, θίγει το φαινόμενο της μετανάστευσης στο ντοκιμαντέρ: Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα (1978). Για λογαριασμό της ΕΡΤ έχει φιλοτεχνήσει και ταινίες τεκμηρίωσης για λογοτέχνες, όπως ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος.



Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα - Ντοκιμαντέρ 1978 - Eng Subs Συνέντευξη Λευτέρη Ξανθόπουλου 2015

Πηγές:


Μποσκοΐτης Αντώνης, «Δεν έχει καμία σημασία η ζωή μου, το έργο μου ας μείνει μόνο»,  Το Κουτί της Πανδώρας, 10/06/2019.

Νιάρχος Θανάσης (επιμέλεια): Ποιητές για ποιητές Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Αθήνα: Καστανιώτης,  2002.

Ξανθόπουλος Λευτέρης, Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2018.  

Ξανθόπουλος Λευτέρης, Αντίψυχα, Αθήνα: Μετρονόμος (γ' έκδοση) 2017 .

Ξανθόπουλος Λευτέρης, Οι εχθροί και οι φίλοι μου, Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2014.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

«Γι' αυτούς θα πω, / που έζησαν σαν τις φρυγμένες στέρνες»

 



Χρίστος Λάσκαρης (Χάβαρι Ηλείας,  1931 – Πάτρα, 11/06/2008)

 

Ποιητής της Β΄ Μεταπολεμικής Γενιάς. Συνδέθηκε με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Κύκλο της Διαγωνίου. Επιπλέον, συνεργάστηκε με τα περιοδικά Εντευκτήριο,  Πλανόδιον και Πάροδος. Η πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα έγινε το 1970 μέσω της συμμετοχής του στην Ανθολογία Παρουσίες. Η συγκεντρωτική έκδοση του έργου του με τίτλο Ποιήματα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τύρφη (Θεσσαλονίκη 2022), περιλαμβάνει οκτώ ποιητικές ενότητες.

Τα ποιήματά του απαρτίζονται από λίγες αράδες. Παρ’ όλα αυτά κρύβουν τεράστιο βάθος. Ποιητής που ταιριάζει στην πεζή εποχή μας, καθώς φωτογραφίζει τη φθορά, τη στατικότητα, τη ρουτίνα, την τυποποίηση· συμπτώματα της ετοιματζίδικης ζωής του σήμερα, που μας συνθλίβουν:

 

Επαρχία

Πόσος θάνατος κυκλοφορεί στους δρόμους,

πόσο καλοντυμένος θάνατος:

άντρες μες στ’ ακριβά κοστούμια τους

γυναίκες μέσα στα πλούσια παλτά τους.

Δείχνουνε ζωντανοί

και θα μπορούσες να τους πεις ευτυχισμένους

καθώς με δώρα επισκέψεις ανταλλάσσουνε.

Μα το βράδυ

που επιστρέφουνε στα σπίτια τους

κι αρχίζουν να ξεντύνονται αργά,

μέσα απ’ τον καθρέφτη

ένας πεθαμένος τους κοιτάζει.

 

Ο τόνος του μελαγχολικός, σχεδόν πένθιμος, συνιστά έναν διαρκή στοχασμό απέναντι στις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο έντονος λυρισμός των στίχων του υδρεύεται από τον έρωτα, τον θάνατο, την ανία, τη μονοτονία, την αδυναμία της τεχνικής να ανανοηματοδοτήσει τον σύγχρονο κατακερματισμένο άνθρωπο. Τα συναισθήματα συχνά υποβάλλονται στον αναγνώστη και μέσω της περιγραφής πραγμάτων που έχουν απωλέσει τη χρηστικότητά τους, όπως ένα άδειο σπίτι:

 

Το σπίτι αυτό

Άδεια, νεκρά δωμάτια —
το σπίτι αυτό
πώς στοίχειωσε, θέε μου.
Ίσκιοι το κατοικούν,
πεθαμένα φτερά·

ρολόγια,
μες στην άνοιξη σταματημένα.

 

Διάχυτη και η αίσθηση της νοσταλγίας για έναν «χαμένο παράδεισο»:

 

Μαντένια

Ένα κρεβάτι

και να είναι Αύγουστος,

και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.

 

Άλλωστε, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στη διττή διάσταση ανάμεσα σε: α) παιδική ηλικία – ωριμότητα, β) επαρχία – μεγαλούπολη, που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ασφυκτική· από την οποία δεν υπάρχει κάποια δυνατότητα δραπέτευσης:

 

Άνθρωποι της πόλης

 

Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής

-πηγαίνοντας για την εκκλησία-

να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.

Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.

Θα βγούνε στην εξοχή.

Θα πάνε να φέρουνε

στο διαμέρισμα λουλούδια.

 

Ακόμα και φορτισμένες θετικά καταστάσεις, όπως η αυγή ως κοιτίδα του νέου, αποκτούν αρνητικό πρόσημο:

 

Αθωότητα

Δεν ξέρει τίποτα η αυγή

όταν χαράζει ευτυχισμένη

και δυναμώνει

και σε μέρα ξετυλίγεται.

τίποτα

απ’ το σκοτάδι που ζυγώνει.

 

Τα πρόσωπα που παρελαύνουν από τα ποιήματα του είναι λαϊκά, αντιποιητικά, αντιηρωικά, μη εξιδανικευμένα. Ανάμεσά τους τρελοί, παρίες, βιαστικοί, απελπισμένοι, στερημένοι από έρωτα, μοναχικοί….

 

Θα μιλήσω γι' αυτούς


Θα μιλήσω γι' αυτούς
που δεν εγνώρισαν ποτέ τον έρωτα,
για όσους πλαγιάζουν
το βράδυ μ' έναν ίσκιο,
που ένα φιλί
δε δρόσισε τον ύπνο τους,
δεν έσταξε στο στήθος τους
κανένας λόγος,
μόνο μια γεύση ερημιάς,
στα χείλη τους.
Γι' αυτούς θα πω,
που έζησαν σαν τις φρυγμένες στέρνες,
ολάκερη ζωή.

Ο ποιητής και προσωπεία του, που ταυτίζονται με τον ίδιο, συχνά, μέσω της μνήμης και ασυνείδητων ονειρικών καταστάσεων, έρχονται αντιμέτωποι με τις απρόσκλητες επισκέψεις των νεκρών. Στόχος τους δεν είναι να κερδίσουν την υστεροφημία, αλλά να στοιχειώσουν τους ζωντανούς, εκείνους που έμειναν πίσω, όντας ανήμποροι να συμβιβαστούν με το τελεσίδικο. Άλλωστε, οι δικοί του νεκροί, σ’ αντίθεση μ’ εκείνους του Μαβίλη, δεν έχουν λησμονήσει:

Πάλι ο πατέρας μου

Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.

Φορούσε το καπέλο του πώς θα ταξίδευε.

Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει· «πού ήσουνα».

 

Η σχέση του με την ποίηση αναδεικνύεται μέσα από ποιήματα Ποιητικής. Κοινός τόπος τους ο υπαινιγμός:


Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί

Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί·
ξεθάβονται
με μιαν αξίνα τα μεσάνυχτα

 

αφήνοντας
κι από 'να λάκκο.

 


Το πηγάδι

Έριχνε ποιήματα σ΄ ένα πηγάδι μέσα.

Θα το εξαφανίσω, είχε πει∙

κι απλώνοντας το χέρι του στον ουρανό,

έκοβε κάθε τόσο

κι από ένα — 

ώσπου ο ουρανός άδειασε.

 

Αξίζει να  διαβάσουμε τον Χρίστο Λάσκαρη, για να κοιτάξουμε πέρα από τις συμβάσεις της μικροαστικής ζωής, πέρα απ' τα κατά συνθήκην ψεύδη που μας παρουσιάζουν δήθεν άτρωτους, πέρα απ' το δανεικό φως των φωταγωγών στις γκρίζες πολυκατοικίες:

 

Ψέμα

 

Είχα την αίσθηση πως πήγαινα,

πως θα 'φτανα σε λίγο κάπου.

 

Αυτό το ψέμα

κράτησε μια ολόκληρη ζωή.

 

Ο φωταγωγός

 

Ήταν το θέμα μια ευκολία:

είχες από κάπου να πιαστείς,

να αναπτύξεις.

Τώρα εδώ,

σε τούτο το φωταγωγό που μ' έριξαν,

κοιτώ το ύψος και φοβάμαι.

Πρέπει ν' αναρριχηθώ.

Λέξεις να βρω

που να γαντζώνουν στο τσιμέντο.

 

Ψιθυρίζω στίχους του - για μένα εκεί έγκειται η επιτυχία ενός ποιητή -, όταν φοράω γιορτινά ρούχα και δυσανασχετώ, όταν πατώ το κουμπί στο ασανσέρ, όταν αναλώνομαι σε ανούσιες σχέσεις, όταν κρύβω συναισθήματα που πρέπει να εκφραστούν…. Ξέρω, άλλωστε, ότι πάντα κάτι λείπει...

 

Μιλούνε ακατάπαυστα

Χειρονομούν
μιλούνε ακατάπαυστα
τι εύκολα που υπάρχουν!

Ενώ αυτός
-δυο τραπεζάκια διαφορά-
παλεύει
Με τα σκοτεινά του δευτερόλεπτα
.

 

Ο ποιητής δε νοιάστηκε για την υστεροφημία, δε χώθηκε σε παρεούλες λογίων, δεν κυνήγησε τις περισπούδαστες κριτικές. Μαθήτευσε στη Σαπφώ, τους επιγραμματοποιούς της Παλατινής Ανθολογίας, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Αφροαμερικάνο ελεγειακό ποιητή Langston Hughes. Η γλώσσα του, μια ακτινογραφία των πολυσύχναστων δρόμων, έμεινε μακριά από τις περιττές φανφάρες και καλολογίες, χρησιμοποίησε τα επίθετα με φειδώ.  

 

Θέλω μονάχα

 

Δε θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
ούτε τι γράφουνε γι' αυτήν
οι σπουδασμένοι.

 

Θέλω μονάχα
να με απορροφάει,
όλο να με απορροφάει η μουσική

 

για να μπορώ στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.

 

Η διασπορά των στίχων του στο διαδίκτυο δείχνει ότι έχει να πει πολλά, σε καιρούς αντιποιητικούς, ρηχούς. Η τέχνη του δεν περιορίζεται για να κλειστεί σε φωταγωγημένες αίθουσες με αέναους χειροκροτητές. Το ποίημα «Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο» γίνεται επωδός εκείνων που οραματίζονται κάτι διαφορετικό, εκείνων που δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια, όσο κι αν τα περιθώρια λιγοστεύουν. Νομίζω πως δύσκολα θα ξεχαστεί:

 

Επιμένω σ΄ έναν άλλο κόσμο


Επιμένω σ΄ έναν άλλο κόσμο.

Τον έχω τόσο ονειρευτεί,

τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του

που πιά

είναι αδύνατον να μην υπάρχει.

 

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο: Το Saravalo: Good Reads, 11 Ιουνίου, 2025.


Hλεκτρονικός σύνδεσμος:https://saravalo.gr/category/blog/%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b5%cf%81%cf%8e%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/

Κριτήριο Αξιολόγησης Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία Γ' Λυκείου (Λαϊκισμός)

  ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ Κείμενο 1 (Μη Λογοτεχνικό): Δήμος Χλωπτσιού...