
Αναδημοσίευση από: Fractal, 28/05/2024. https://www.fractalart.gr/erotiki-diastasi-poihsh-dimitri-armaoy/

΄ενθ΄η μεγάλη Μοίρα κομίζει
Σοφοκλής, Φιλ.στίχ.1466
Ας είσαι καλά, αμφιθάλασση Λήμνο,
Κάμε να φτάσω αμέμπτως
Εγώ και τούτοι οι συντρόφοι μου
εκεί στη Μακρόνησο,
στα δόντια
του δικού και ξενόφερτου λύκου.
Εκεί όπου η μεγάλη Μοίρα με σέρνει.
Θα πάμε όλοι ενωμένοι, μαζί,
αλλά
καθένας κι η Μοίρα του.
Αν μου ριχτούνε οι ύαινες,
Αν γιομίσουν πληγές το κορμί μου,
αν ματώσουν ακόμα τα χέρια τους,
δική τους ντροπή.
Για ν’ αντέξω
θα θυμάμαι
των γονιών μου τα πρόσωπα,
τα ορθά κυπαρίσσια, φωτεινά
την αυγή και το σούρουπο,
τις ντοματιές το βράδυ στο περβόλι μας
και το κλίμα στην ξώπορτα.
Η λευτεριά κοστίζει ακριβά
κι αίμα, αίμα το τίμημα.
Δικαιοσύνη-φάντασμα
Και η φωνή μου μούσκεμα
απ' τη βροχή του πόνου
που δέρνει το Φθινόπωρο
τις σκεβρωμένες θύρες
σου φέρνει ένα
μήνυμα θανάτου,
πολιτεία.
Άνθρωποι που πεινάσανε
στους δρόμους κουρασμένοι
φτύνουν χτικιό τ' απόβραδα
κι υφαίνουν στην καρδιά τους
από καιρό τα σάβανα
τα μαύρα του
χαμού σου.
Δικαιοσύνη-φάντασμα,
πειρατικό καράβι,
που πρακτορεύεις ύπουλα
με κραυγαλέα ψεύδη
τα βραδινά χαμόγελα
στα μάτια των ανθρώπων.
Πηγή: Ο Άλλος δρόμος και 16 Ανέκδοτα ποιήματα, Αθήνα: Εκδόσεις Σήμερα και Αύριο, 2012 (3η έκδοση).
Βιογραφικό από το εξώφυλλο της συλλογής: Ο Άλλος δρόμος και 16 Ανέκδοτα ποιήματα
Ο ποιητής
και στοχαστής Θοδωρής Βλαχοδημήτρης γεννήθηκε το 1925 στο Σουληνάρι, κοντά στην
Πύλο.
στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και δίδαξε
Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία της Τέχνης και του Πολιτισμού και Φιλοσοφία
στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2005
και αναπαύεται, σύμφωνα με την επιθυμία του, στα χώματα της γενέθλιας γης.
Έφηβος στην
Εθνική Αντίσταση, νέος στην εξορία στα στρατόπεδα Μούδρου/ Λήμνου και στη
Μακρόνησο (1948-1951), όπου και βασανίστηκε, αντίμαχος στο βασιλικό
πραξικόπημα, έμπρακτος αντίπαλος της δικτατορίας (1967-1974) συνδυάζει πικρή
εμπειρία, επιστημονικό οπλισμό, κριτική οξυδέρκεια, αισθητική αγωγή και υψηλή
αίσθηση ευθύνης.
Η ποίησή του
είναι γεμάτη ειλικρίνεια και ανθρωπιά, τραγικότητα, στοχαστική οδύνη και
πολύτιμη ανθρώπινη τρυφερότητα. Ενέχει ιδεολογική τοποθέτηση κι είναι βαθιά
διδακτική, όπως κάθε μεγάλη ποίηση.
Τα δοκίμιά του Ηράκλειτος, Κωστής Παλαμάς, Θεωρία δημιουργικής κριτικής, Κείμενα σκέψης και προσανατολισμού είναι φωτεινά στη σκέψη, σταθερά στη δομή, ζηλευτά υποδείγματα ύφους και καλλιέπειας.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Μια ποίηση όπου η μνήμη και τ’ όνειρο, το παρελθόν και το παρόν, τυραννικά και τα δύο, ετεροειδή αλλά ισοβαρή φορτία σμίγουν στο κοινό σημείο: την αμετάκλητη καταδίκη της όποιας ανομίας, παρελθοντικής και μελλοντικής. Όταν θριαμβεύει το άνομο και άδικο, λειτουργεί ως αντίδοτο η εσωτερική ανθρώπινη ομορφιά, όμοια με την ομορφιά της πατρίδας όταν ο ήλιος της λούζει τα μάρμαρα και τα μνήματά της τ’ αμέτρητα. Και είναι αυτή η ομορφιά τελικά το όπλο για την αντιμετώπιση του άνομου και του άδικου, είναι η ρομφαία του Αρχαγγέλου το χέρι έτοιμη να συντρίψει τον βέβηλο που θα παραβιάσει τις θύρες των ιερών αδύτων…
Μια ποίηση ξεναγός στον κόσμο των συντριμμένων ονείρων, στον κόσμο της βία, του μίσους και του θανάτου, αλλά και στον κόσμο της χαράς και της αγάπης, η αναζήτηση της οποίας γίνεται ανθρώπινη αναγκαιότητα.
Χαράλαμπος Μπάλτας
Από το ευχαριστήριο στον ποιητή Θοδωρή Βλαχοδημήτρη
Hellenic Canadian News, November 2009.
Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπος της Ποιητικής Γενιάς του '70, ο οποίος, μέσω της Τέχνης του, ακροβατούσε ανάμεσα στις προσωπικές του ανησυχίες, αναπτύσσοντας συχνά υπαρξιακές προεκτάσεις, και τον σχολιασμό της κοινωνικής πραγματικότητας. Άλλωστε, ανήκει σε μια γενιά που μεγάλωσε βιώνοντας στο ακέραιο τα αδιέξοδα της ετοιμόρροπης μετεμφυλιακής δημοκρατίας και ωρίμασε στα χρόνια της δικτατορίας. Ο ποιητικός του λόγος είναι άμεσος, προφορικός, αλλά ιδιαίτερα στοχαστικός, υποβάλλοντας στον αναγνώστη την αίσθηση του πόνου και της νοσταλγίας.
Εκφραστικά μέσα, όπως εικόνες και μεταφορές, χρησιμοποιούνται με φειδώ, εξωτερικεύοντας με έντεχνο τρόπο την έννοια της φθοράς: «Το σώμα είναι φάρος / και σήμα κινδύνου / Το σώμα πάντοτε χώμα». («Οχηματαγωγό Μίλτος Σαχτούρης»)
Αφετηρία της έμπνευσής του, γίνονται μικρές καθημερινές σκηνές, όπως οι ενδοοικογενειακές συζητήσεις, τα όνειρα των παιδιών, το πέταγμα των εντόνων. Πολλές οι αναγωγές στο ευρύτερο ζωικό βασίλειο (γατόπαρδος, ψάρια, πουλιά, αλλά και την αναψηλάφηση της ιστορίας (π.χ. Οδυσσέας Ανδρούτσος):
Χρονικό
O πατέρας είπε
αγαπώ τον ξεραμένο καπνό
έγινε καπνεργάτης
η μητέρα γύρεψε παιδιά
ταίρι και σπιτικό
ζευγάρωσαν
ο μεγάλος
έψαχνε από παιδί
τον κούρασαν οι μάχες
ο μικρός
δε ζήτησε τίποτα
έφυγε σε ξένο τόπο
το σπίτι μπογιατίζεται κάθε χρόνο
ο πατέρας βγήκε στη σύνταξη
η μητέρα χτίστηκε στις κάμαρες
ο μικρός γίνηκε σιδερόδρομος μακρύς
κι ο μεγάλος σκέφτηκε να πει
αγαπώ τον ξεραμένο καπνό
άργησε προκόψανε οι μηχανές
Αντίψυχα, 1982.
Συχνά, οι στίχοι του αισθητοποιούν την αίσθηση της ήττας και της παραίτησης. Μολαταύτα, ξεφεύγουν από τη μοιρολατρία, έχοντας ως αντίβαρο την αναγκαιότητα μιας διαρκούς αναζήτησης, μιας πνευματικής επαγρύπνησης. Έτσι, ο Ξανθόπουλος επινοεί το προσωπείο του κυνηγού, για να ελιχθεί προς το ποίημα:
Ο κυνηγός (απόσπασμα)
Κούρσα θανάτου
Η αφήγηση του θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη συνιστά ένδειξη τιμής προς έναν ποιητή που τον έχει επηρεάσει βαθύτατα:
«Ο θάνατος του Μίλτου Σαχτούρη (απόσπασμα)
Σχίστηκαν στα δυο ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει
ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για
μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το
καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε
ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που
τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα
έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό
κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει.
Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, 2018
Πορτρέτο ποιητή σε ώριμη ηλικία
Σπασμένα δόντια
με ένα μαχαίρι
τσακίζει τα δόντια του
με την ανάποδη
του μαχαιριού
γρέζια
κομμένα δόντια
σκεπάζει με την παλάμη
το στόμα του
λευκές σταγόνες
αστραπές
και από κάτω
ντυμένος σκοτάδι
ντυμένος
στο μαύρο σκοτάδι
ο μασκαράς
μυρίζει δόλο
υπακοή και δόλο
και ξαφνικά
με ένα έτσι
ξαφνικά
με την ανάποδη
του χεριού του
κόβει σε χίλια κομμάτια
το γυαλί
μπροστά στον καθρέφτη
σε χίλια κομμάτια
το τρελό γυαλί
Οι εχθροί και οι φίλοι μου, 2014
Στο ανέκδοτο ποίημα «Γέρων πυροτεχνουργός, συνομιλεί με τους δαίμονες εντός του», το οποίο συνέχει η ανάκληση αγαπημένων μορφών που διέβησαν την Αχερουσία, πληγώνοντάς τον βαθύτατα, δείχνει να συμβιβάζεται με το τελεσίδικο της ανθρώπινης μοίρας:
(συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη)
Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα - Ντοκιμαντέρ 1978 - Eng Subs Συνέντευξη Λευτέρη Ξανθόπουλου 2015
Πηγές:
Μποσκοΐτης Αντώνης, «Δεν έχει καμία σημασία η ζωή μου, το έργο μου ας μείνει μόνο», Το Κουτί της Πανδώρας, 10/06/2019.
Νιάρχος Θανάσης (επιμέλεια): Ποιητές για ποιητές Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Αθήνα: Καστανιώτης, 2002.
Ξανθόπουλος Λευτέρης, Άνθρωπος μηδενικών αποχρώσεων, Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2018.
Ξανθόπουλος Λευτέρης, Αντίψυχα, Αθήνα: Μετρονόμος (γ' έκδοση) 2017 .
Ξανθόπουλος Λευτέρης, Οι εχθροί και οι φίλοι μου, Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2014.
Χρίστος Λάσκαρης (Χάβαρι
Ηλείας, 1931 – Πάτρα, 11/06/2008)
Ποιητής της Β΄ Μεταπολεμικής
Γενιάς. Συνδέθηκε με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Κύκλο της Διαγωνίου.
Επιπλέον, συνεργάστηκε με τα περιοδικά Εντευκτήριο, Πλανόδιον και Πάροδος. Η πρώτη εμφάνισή
του στα γράμματα έγινε το 1970 μέσω της συμμετοχής του στην Ανθολογία Παρουσίες.
Η συγκεντρωτική έκδοση του έργου του με τίτλο Ποιήματα, που κυκλοφορεί
από τις Εκδόσεις Τύρφη (Θεσσαλονίκη 2022), περιλαμβάνει οκτώ ποιητικές ενότητες.
Τα ποιήματά του απαρτίζονται από
λίγες αράδες. Παρ’ όλα αυτά κρύβουν τεράστιο βάθος. Ποιητής που ταιριάζει στην
πεζή εποχή μας, καθώς φωτογραφίζει τη φθορά, τη στατικότητα, τη ρουτίνα, την
τυποποίηση· συμπτώματα της ετοιματζίδικης ζωής του σήμερα, που μας συνθλίβουν:
Επαρχία
Πόσος θάνατος
κυκλοφορεί στους δρόμους,
πόσο
καλοντυμένος θάνατος:
άντρες μες στ’
ακριβά κοστούμια τους
γυναίκες μέσα
στα πλούσια παλτά τους.
Δείχνουνε
ζωντανοί
και θα
μπορούσες να τους πεις ευτυχισμένους
καθώς με δώρα
επισκέψεις ανταλλάσσουνε.
Μα το βράδυ
που
επιστρέφουνε στα σπίτια τους
κι αρχίζουν να
ξεντύνονται αργά,
μέσα απ’ τον
καθρέφτη
ένας πεθαμένος
τους κοιτάζει.
Ο τόνος του μελαγχολικός, σχεδόν
πένθιμος, συνιστά έναν διαρκή στοχασμό απέναντι στις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο
έντονος λυρισμός των στίχων του υδρεύεται από τον έρωτα, τον θάνατο, την ανία,
τη μονοτονία, την αδυναμία της τεχνικής να ανανοηματοδοτήσει τον σύγχρονο
κατακερματισμένο άνθρωπο. Τα συναισθήματα συχνά υποβάλλονται στον αναγνώστη και
μέσω της περιγραφής πραγμάτων που έχουν απωλέσει τη χρηστικότητά τους, όπως ένα
άδειο σπίτι:
Το σπίτι αυτό
Άδεια, νεκρά
δωμάτια —
το σπίτι αυτό
πώς στοίχειωσε, θέε μου.
Ίσκιοι το κατοικούν,
πεθαμένα φτερά·
ρολόγια,
μες στην άνοιξη σταματημένα.
Διάχυτη και η αίσθηση της
νοσταλγίας για έναν «χαμένο παράδεισο»:
Μαντένια
Ένα κρεβάτι
και να είναι Αύγουστος,
και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.
Άλλωστε, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να
δώσουμε στη διττή διάσταση ανάμεσα σε: α) παιδική ηλικία – ωριμότητα, β)
επαρχία – μεγαλούπολη, που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ασφυκτική· από την οποία
δεν υπάρχει κάποια δυνατότητα δραπέτευσης:
Άνθρωποι
της πόλης
Θα
τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας
για την εκκλησία-
να
πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι
οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα
βγούνε στην εξοχή.
Θα
πάνε να φέρουνε
στο
διαμέρισμα λουλούδια.
Ακόμα και φορτισμένες θετικά
καταστάσεις, όπως η αυγή ως κοιτίδα του νέου, αποκτούν αρνητικό πρόσημο:
Αθωότητα
Δεν ξέρει τίποτα η αυγή
όταν χαράζει ευτυχισμένη
και δυναμώνει
και σε μέρα ξετυλίγεται.
τίποτα
απ’ το σκοτάδι που ζυγώνει.
Τα πρόσωπα που παρελαύνουν από τα ποιήματα του είναι λαϊκά, αντιποιητικά, αντιηρωικά, μη εξιδανικευμένα. Ανάμεσά τους τρελοί, παρίες, βιαστικοί, απελπισμένοι, στερημένοι από έρωτα, μοναχικοί….
Θα
μιλήσω γι' αυτούς
Θα μιλήσω γι' αυτούς
που δεν εγνώρισαν ποτέ τον έρωτα,
για όσους πλαγιάζουν
το βράδυ μ' έναν ίσκιο,
που ένα φιλί
δε δρόσισε τον ύπνο τους,
δεν έσταξε στο στήθος τους
κανένας λόγος,
μόνο μια γεύση ερημιάς,
στα χείλη τους.
Γι' αυτούς θα πω,
που έζησαν σαν τις φρυγμένες στέρνες,
ολάκερη ζωή.
Ο ποιητής και προσωπεία του, που
ταυτίζονται με τον ίδιο, συχνά, μέσω της μνήμης και ασυνείδητων ονειρικών
καταστάσεων, έρχονται αντιμέτωποι με τις απρόσκλητες επισκέψεις των νεκρών.
Στόχος τους δεν είναι να κερδίσουν την υστεροφημία, αλλά να στοιχειώσουν τους
ζωντανούς, εκείνους που έμειναν πίσω, όντας ανήμποροι να συμβιβαστούν με το
τελεσίδικο. Άλλωστε, οι δικοί του νεκροί, σ’ αντίθεση μ’ εκείνους του Μαβίλη,
δεν έχουν λησμονήσει:
Πάλι ο πατέρας μου
Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.
Φορούσε το καπέλο του πώς θα ταξίδευε.
Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει· «πού ήσουνα».
Η σχέση του με την ποίηση αναδεικνύεται μέσα από ποιήματα Ποιητικής. Κοινός τόπος τους ο υπαινιγμός:
Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί
Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί·
ξεθάβονται
με μιαν αξίνα τα μεσάνυχτα
αφήνοντας
κι από 'να λάκκο.
Το πηγάδι
Έριχνε ποιήματα σ΄ ένα πηγάδι μέσα.
Θα το εξαφανίσω, είχε πει∙
κι απλώνοντας το χέρι του στον ουρανό,
έκοβε κάθε τόσο
κι από ένα —
ώσπου ο ουρανός άδειασε.
Αξίζει να διαβάσουμε τον Χρίστο Λάσκαρη, για να
κοιτάξουμε πέρα από τις συμβάσεις της μικροαστικής ζωής, πέρα απ' τα κατά
συνθήκην ψεύδη που μας παρουσιάζουν δήθεν άτρωτους, πέρα απ' το δανεικό φως των
φωταγωγών στις γκρίζες πολυκατοικίες:
Ψέμα
Είχα
την αίσθηση πως πήγαινα,
πως
θα 'φτανα σε λίγο κάπου.
Αυτό
το ψέμα
κράτησε
μια ολόκληρη ζωή.
Ο
φωταγωγός
Ήταν
το θέμα μια ευκολία:
είχες
από κάπου να πιαστείς,
να
αναπτύξεις.
Τώρα
εδώ,
σε
τούτο το φωταγωγό που μ' έριξαν,
κοιτώ
το ύψος και φοβάμαι.
Πρέπει
ν' αναρριχηθώ.
Λέξεις
να βρω
που
να γαντζώνουν στο τσιμέντο.
Ψιθυρίζω στίχους του - για μένα εκεί έγκειται η επιτυχία ενός ποιητή -, όταν φοράω γιορτινά ρούχα και δυσανασχετώ, όταν πατώ το κουμπί στο ασανσέρ, όταν αναλώνομαι σε ανούσιες σχέσεις, όταν κρύβω συναισθήματα που πρέπει να εκφραστούν…. Ξέρω, άλλωστε, ότι πάντα κάτι λείπει...
Μιλούνε ακατάπαυστα
Χειρονομούν
μιλούνε ακατάπαυστα
τι εύκολα που υπάρχουν!
Ενώ
αυτός
-δυο τραπεζάκια διαφορά-
παλεύει
Με τα σκοτεινά του δευτερόλεπτα.
Ο ποιητής δε νοιάστηκε για την
υστεροφημία, δε χώθηκε σε παρεούλες λογίων, δεν κυνήγησε τις περισπούδαστες
κριτικές. Μαθήτευσε στη Σαπφώ, τους επιγραμματοποιούς της Παλατινής
Ανθολογίας, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Αφροαμερικάνο ελεγειακό ποιητή Langston Hughes. Η γλώσσα του, μια ακτινογραφία των
πολυσύχναστων δρόμων, έμεινε μακριά από τις περιττές φανφάρες και καλολογίες,
χρησιμοποίησε τα επίθετα με φειδώ.
Θέλω
μονάχα
Δε
θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
ούτε τι γράφουνε γι' αυτήν
οι σπουδασμένοι.
Θέλω
μονάχα
να με απορροφάει,
όλο να με απορροφάει η μουσική
για
να μπορώ στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.
Η διασπορά των στίχων του στο
διαδίκτυο δείχνει ότι έχει να πει πολλά, σε καιρούς αντιποιητικούς, ρηχούς. Η
τέχνη του δεν περιορίζεται για να κλειστεί σε φωταγωγημένες αίθουσες με αέναους
χειροκροτητές. Το ποίημα «Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο» γίνεται επωδός εκείνων
που οραματίζονται κάτι διαφορετικό, εκείνων που δεν εγκαταλείπουν την
προσπάθεια, όσο κι αν τα περιθώρια λιγοστεύουν. Νομίζω πως δύσκολα θα ξεχαστεί:
Επιμένω σ΄ έναν άλλο κόσμο
Επιμένω
σ΄ έναν άλλο κόσμο.
Τον
έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο
πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του
που
πιά
είναι
αδύνατον να μην υπάρχει.
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο: Το Saravalo: Good Reads, 11 Ιουνίου, 2025.
Hλεκτρονικός σύνδεσμος:https://saravalo.gr/category/blog/%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b5%cf%81%cf%8e%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ Κείμενο 1 (Μη Λογοτεχνικό): Δήμος Χλωπτσιού...