Η ποίηση του Jorge Luis Borges διακρίνεται για τη στοχαστικότητα και τον έντονο λυρισμό της. Το θεματικό της φάσμα είναι ευρύ και αγγίζει ζητήματα όπως η ομορφιά, η αλήθεια, η αιωνιότητα, τα όρια της ανθρώπινης λογικής και της κατανόησης τους κόσμου, η μνήμη, η λήθη, η φθορά, ο χρόνος, η αξία της γνώσης και της ίδιας της ποίησης. Οι στίχοι του δεν αναπαριστούν την πραγματικότητα, αλλά την υπερβαίνουν, προσπαθώντας να την ερμηνεύσουν μέσω της φιλοσοφικής ενατένισης.
Ένα από τα βασικά εκφραστικά του μέσα είναι η χρήση συμβόλων — όπως ο καθρέφτης, το σκάκι, ο λαβύρινθος, ο δρόμος ή η βιβλιοθήκη — τα οποία λειτουργούν ως εργαλείο μεταφυσικού στοχασμού. Μέσα από αυτά, ο Borges ερευνά ζητήματα που σχετίζονται με το είναι, το άπειρο, την ύπαρξη του Θεού και τη φύση του χρόνου. Ο τόνος του συχνά είναι μελαγχολικός και πεισιθάνατος, καθώς αναμετριέται ποιητικά με το άγνωστο, το αναπόφευκτο τέλος, τη θέα του απείρου.
Η ευρυμάθεια του είναι παροιμιώδης, και διαχέεται στην ποίησή του, εντός της οποίας ανιχνεύουμε ποικίλες διακειμενικές αναφορές, που εξωτερικεύουν την αίσθηση του συγκρητισμού. Ενδεικτικά, ο αναγνώστης του γοητεύεται από αρχαιοελληνικές και σκανδιναβικές μυθολογικές αναφορές, βιβλικά μοτίβα, απόηχοι της πλατωνικής φιλοσοφίας, απηχήσεις της ελληνιστικής και ρωμαϊκής γραμματείας, των αγγλοσαξονικών επών και των μυστικών επών. Ιδιαίτερη είναι η έλξη του από το παρελθόν της πατρίδας του, Αργεντινής, αλλά και την παγκόσμια ιστορία.
Ως επιμύθιο της ποίησής του, μπορούμε να εκλάβουμε την ανυπαρξία της λήθης. Όσα έχουν υπάρξει δε χάνονται· βρίσκονται εγγεγραμμένα σε κάποιο κοσμικό αρχείο. Ο ρόλος του ποιητή είναι να καταγράψει τις σκιές και τα απεικάσματα της απέραντης αιωνιότητας και να τα μεταφέρει στο πλατύ κοινό με δίαυλο την ανθρώπινη γλώσσα.
Σ' εκείνον που δεν είναι νέος πια
Μπορείς την τραγική σκηνή από τώρα να δεις,
το κάθε πράγμα στη σωστή του θέση·
το ξίφος και η στάχτη στη Διδώ
ένας οβολός για τον Βελισάριο.
Τον πόλεμο τι επιμένεις να γυρεύεις
μέσα στον μπρούντζο τον θολό των εξαμέτρων
αφού είναι εδώ, μπροστά σου τα εφτά ποδάρια γης,
το αίμα που κοχλάζει και ο τάφος ανοιγμένος;
Είναι εδώ και σε παραμονεύει ο σκοτεινός καθρέφτης
εκείνος που θα δει και θα ξεχάσει την αντανάκλαση
της τελευταίας σου στιγμής, της αγωνίας.
Το τέλος κιόλας σε κυκλώνει. Είναι το σπίτι
όπου ξοδεύεις το αργόσυρτο πια δειλινό που σ' απομένει
κι ο δρόμος που κοιτάς κάθε πρωί.
Everness
Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.
Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν’ αφήσει.
Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης – του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι
κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ’ αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.
Ενότητα: «Ο άλλος ο ίδιος» (1964)
Ο λαβύρινθος
Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν·
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ’ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά το αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.
Ενότητα: «Το εγκώμιο της σκιάς» (1969)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου