Απ’ το επεισόδιο «Μαρία Πολυδούρη» της σειράς ντοκιμαντέρ «Εποχές και Συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά, πληροφορούμαστε ότι το σπίτι που γεννήθηκε η Καλαματιανή ποιήτρια βρισκόταν στη συμβολή των οδών Μπενάκη και Τζάννε (πίσω από το κτίριο της Δημοτικής Φιλαρμονικής Καλαμάτας). Το δυστύχημα είναι πως στις μέρες μας, το οίκημα δεν έχει διασωθεί.
Πριν ανατάτουμε την βραχεία και
πολυπλάνητη ζήση της Μαρίας Πολυδούρη, αξίζει να προσεγγίσουμε έστω και νοερά
την Καλαμάτα των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Η πόλη περιστοιχίζεται
απ’ το βενετσιάνικο κάστρο (φρούριο για τους παλαιότερους), το οποίο ορθώνεται
σ’ έναν λόφο στα βορειοδυτικά της πόλης. Σκόρπια σπίτια υπάρχουν στην οδό Αριστομένους,
τη Φαρών, την Ακρίτα κι ένας πυρήνας στην παραλία. Κεντρική πλατεία της πόλης
είναι η (οδός) 23ης Μαρτίου, ενώ έχουν οι ανοιχθεί οι οδοί Υπαπαντής και
Σιδηροδρομικού Σταθμού και συνεχίζεται η διευθέτηση της κοίτης του Νέδοντα
(έργο που ολοκληρώνεται το 1939).
Την περίοδο 1882-1901 αιώνα
χτίζεται το λιμάνι της Καλαμάτας, το 1896 επιτυγχάνεται η σιδηροδρομική σύνδεση
με την Αθήνα και μετά το 1905 η πόλη λογίζεται ενιαίο πολεοδομικό
σύνολο [1], καθώς επάνω πόλη και Παραλία συνδέονται
πλέον με κάθετους δρόμους. Η διαφαινόμενη ανάπτυξη, απότοκο της διάνοιξης του
λιμανιού, έδωσε νέα αίγλη στην πόλη. Το 1899 έχουμε ηλεκτροφωτισμό, το 1904
δεύτερο σιδηροδρομικό σταθμό και το 1910 ηλεκτροκίνητο τραμ. Την ίδια περίοδο
κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα νεοκλασικά κτίρια που πιστοποιούν την
ανάπτυξη μιας τοπικής αστικής τάξης.
Η Καλαμάτα χαρακτηρίζεται «Μασσαλία
του Μοριά» και ζει την δική της belle époque, γεγονός που έχει αντίκτυπο στις
τέχνες και τον πολιτισμό. Σταδιακά, κάνουν την εμφάνισή τους λέσχες, σωματεία,
θέατρο, κοσμικά κέντρα, δημόσια και ιδιωτικά σχολεία και εκδίδονται εφημερίδες.
Με φροντίδα της Ρεγγίνας Πανταζοπούλου το 1911 ανοίγουν οι πύλες της
Λαϊκής Σχολής. Χαρακτηριστική είναι και η αύξηση του πληθυσμού της πόλης
(Δήμος Καλαμών: 15.479 κάτοικοι το 1889, 28.960 το 1928), δεδομένης και της
άφιξης των προσφύγων, στα 1914 και 1922, οι οποίοι εγκαθίστανται στις παρυφές
της πόλης επεκτείνοντας τον γεωγραφικό της χάρτη.
Επιστρέφοντας στην απάνω πόλη,
αξίζει να σταθούμε στη διασταύρωση των Οδών Μπενάκη και Τζάννε. Σ΄ αυτό το
σημείο σύμφωνα με τον σκηνοθέτη και μελετητή της νέας ελληνικής
λογοτεχνίας Τάσο Ψαρρά σ’ ένα «φωτεινό σπιτάκι γεμάτο φως»[2] - σήμερα δυστυχώς δεν σώζεται - «είδε τα πρώτα
φώτα του έαρος»[3] το δείλι της 1ης Απριλίου 1902 η Μαρία
Πολυδούρη, κόρη του φιλελεύθερου φιλόλογου Ευγενίου Πολυδούρη από τη Μικρομάνη Μεσσηνίας
και της Κυριακής Μαρκάτου, φεμινίστριας και αναγνώστριας της Εφημερίδας των
Κυριών της Καλλιρόης Παρρέν.
Η Μαρία ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές
της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του
Γυθείου και των Φιλιατρών και σε ηλικία 16 ετών διορίζεται, ύστερα από
διαγωνισμό, στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το προοδευτικό κλίμα που επικρατούσε στην
οικία Πολυδούρη επηρέασε την Μαρία, η οποία είδε με θετικό μάτι την Οκτωβριανή
Επανάσταση και πίστεψε στην ισότητα των φύλων. Σε ηλικία 17 ετών, μάλιστα,
συνεχάρη μέσω τηλεγραφήματος τον φιλελεύθερο βουλευτή Θάνο
Τυπάλδο-Μπασιά, ο οποίος πρότεινε στο Κοινοβούλιο την κατοχύρωση της
ισοπολιτείας των γυναικών.
Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία
Αττικοβοιωτίας. Η άφιξή της στην πρωτεύουσα σηματοδοτήθηκε από την εγγραφή στην
ανδροκρατούμενη Νομική Σχολή των Αθηνών, όπου έγινε δεκτή με επευφημίες. Εμφορούμενη
από την πίστη στην απόλυτη ελευθερία του ατόμου, κάνει παρέα με άνδρες – ιδίως διανοούμενους και καλλιτέχνες – καπνίζει, πίνει και επιδίδεται στη
γραφή. Να
μην προσπεράσουμε και ότι ενοικίασε διαμέρισμα στην καλλιτεχνική περιοχή των
Εξαρχείων (Οδός Ιπποκράτους και Μεθώνης 7).
Τα παρθενικά ποιητικά σκιρτήματα
της Μαρίας μπορούν να αναζητηθούν στο Γύθειο και τα μανιάτικα μοιρολόγια – σύμφωνα
με μαρτυρίες της αδερφής της Βιργινίας επισκεπτόταν κηδείες και γυρνούσε στο
σπίτι αργά με κλαμένα μάτια – που άρδευσαν το ποιητικό της έργο. Ενδεικτικό
παράδειγμα το πρωτόλειό της πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας», που αναφέρεται
στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των
Φιλιατρών. Στα λυκειακά της χρόνια θέλγεται από την λυρική ποίηση και
ιδίως από τη Σαπφώ, ενώ αργότερα μεταφράζει τους Γάλλους καταραμένους
ποιητές. Σταθμός για την πορεία του έργου της υπήρξε και η γνωριμία της με τον
Κώστα Καρυωτάκη. Στη θεματική της, μόνες ακατάλυτες δυνάμεις στέκουν ο
έρωτας κι ο θάνατος. Υπό το κράτος τους, το ποιητικό υποκείμενο, διαπνεόμενο
από πηγαία λυρική έξαρση και ρέμβη, ωθείται στη θλίψη και αγγίζει τα όρια της
συντριβής.
Γραμματολογικά, η Μαρία Πολυδούρη
εντάσσεται στους «νεορομαντικούς και νεοσυμβολικούς» ποιητές του Μεσοπολέμου με
πιστούς συνοδοιπόρους τον Τέλλο Άγρα, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Κώστα
Ουράνη, τον Ρώμο Φιλύρα, τον Μήτσο Παπανικολάου και προεξάρχοντα τον Καρυωτάκη.
Πρόκειται εν ολίγοις για την ποιητική Γενιά που επηρεάζεται από την κοινωνική
και πολιτική ζωή της εποχής (Εθνικός Διχασμός, Μικρασιατική Εκστρατεία και
Καταστροφή, προσφυγιά, πολιτική αστάθεια, επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική
ζωή, εργατικό κίνημα) και κυμαινόμενη στο σταυροδρόμι παράδοσης και
νεωτερικότητας, πασχίζει να μετουσιώσει σε στίχο τα προσωπικά της αδιέξοδα,
αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την αισθητική αρτιότητα της γενιάς του 1880 και τα
συλλογικά οράματα, γεγονός που συνετέλεσε στην απαξίωση τους από τους
Αριστερούς διανοουμένους που δε διστάζουν να τους θεωρήσουν «παρακμίες». Ενδεικτική της περιρρέουσας πνευματικής
ατμόσφαιρας της εποχής, η σταδιακή αμφισβήτηση της ποιητικής πρωτοκαθεδρίας του
πολυγραφότατου εθνικού βάρδου Κωστή Παλαμά, την ώρα που κέρδιζε έδαφος η
ευσύνοπτη και στραμμένη στα ενδότερα γραφίδα του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Οι περισσότεροι Μεσοπολεμικοί
ποιητές φτάνουν στο χάος νωρίς και χάνονται με τραγικό τρόπο. Η Μαρία
μετά τον χωρισμό της με τον Καρυωτάκη, αφού απολύθηκε ως αργόμισθη από το
δημόσιο και διαγράφηκε από τη Νομική, αρραβωνιάστηκε τον εύπορο δικηγόρο Αριστοτέλη
Γεωργίου και στράφηκε στο θέατρο. Φοιτά, μάλιστα, στη Δραματική Σχολή του
Εθνικού Θεάτρου (δάσκαλοί της ο Φώτος Πολίτης και η Μαρίκα Κοτοπούλη) και στη
Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πρωταγωνιστεί στην παράσταση το Κουρέλι του
Ντάριο Νικοντέμι, ενώ λίγο πιο μετά διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου
και φεύγει στο Παρίσι, προκειμένου να σπουδάσει ραπτική. Το 1928 προσβάλλεται
από φυματίωση και επιστρέφει στην Αθήνα, έχοντας απωλέσει την περιουσία της.
Νοσηλεύεται στο σανατόριο Σωτηρία σ’ ένα δωμάτιο της
τρίτης θέσης. Εκεί δεχόταν τη φροντίδα της αδερφής της Βιργινίας και τις
επισκέψεις λίγων φίλων ανάμεσά τους η Μυρτιώτισσα, ο Άγγελος Σικελιανός, οι
«ήσσονες» ποιητές Μίνως Ζώτος, Γιάννης Παπαδάκης και Γιάννης
Χονδρογιάννης [4] και ο φανατικός θαυμαστής της Βασίλης
Γεντέκος. Στη Σωτηρία νοσηλευόταν και ο Γιάννης Ρίτσος, στον
οποίον η ποιήτρια αφιέρωσε το ποίημα «Θυσία». Στον χώρο του σανατόριου, όπου
υποδέχθηκε για τελευταία φορά τον Καρυωτάκη, πληροφορήθηκε τον Ιούλιο του 1928
τη συνταρακτική είδηση της αυτοχειρίας του…
Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη
της ποιητική συλλογή με τίτλο Οι τρίλλιες που σβήνουν και
τον επόμενο η στερνή με τίτλο Ηχώ στο Χάος. Στην εργογραφία
της συμπεριλαμβάνονται ακόμα κάποια ανέκδοτα ποιήματα, το Ημερολόγιό της
και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία στηλιτεύει τον συντηρητισμό και την
υποκρισία της εποχής της. Αυτή η νουβέλα συμπεριλαμβάνεται στον τόμο: Μαρία
Πολυδούρη, Άπαντα, Επιμέλεια: Τάκης Μενδράκος, Αθήνα: Αστάρτη, 1989
με τον τίτλο Μυθιστόρημα. Οι τελευταίες εκδόσεις του έργου
της Τα Ποιήματα και Ρομάντζο και Άλλα πεζά κυκλοφορούν
από την Εστία το 2014, με επιμέλεια της Χριστίνας Ντουνιά.
«Το πιο λεπτό άνθος με το πιο
δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση»[5], όπως εύστοχα και η ίδια προέβλεψε στη συλλογή
Οι Τρίλλιες που σβήνουν, πέθανε «μιαν αυγούλα μελαγχολική του
Απρίλη» στην Κλινική Χρηστομάνου. Σύμφωνα με τη Λιλή Ζωγράφου, εκπονήτρια
εμπεριστατωμένης μονογραφίας για την ποιήτρια, η Πολυδούρη χρησιμοποίησε τις
ενέσεις μορφίνης που προμηθεύτηκε από τον φανατικό θαυμαστή της Βασίλη
Γεντέκο. Ήταν μόλις 28 χρόνων.
Το 1922, ανήμερα 20ων της
γενεθλίων σε ανεπίδοτη επιστολή είχε σημειώσει:
«Ο μήνας που
μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια
μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης
με πεθαίνει. Απρίλιε…Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου
θυμίζεις ό,τι μου λείπει…με απελπίζεις».
[1] Μέχρι τότε Καλαμάτα και Παραλία λογίζονταν
διαφορετικό πολεοδομικό συγκρότημα.
[2] φράση από το Ημερολόγιο της
ποιήτριας
[3] Ό. π.
[4]Γνωστός
ο σφοδρός έρωτάς της με τον Κώστα Καρυωτάκη και λιγότερο γνωστή – έως απολύτως
άγνωστη – η πλατωνική ερωτική της σχέση με τον Κερκυραίο ποιητή Γιάννη
Χονδρογιάννη (1903-1987). Λίγο προτού πεθάνει, του γράφει: «Βλέπετε… πρέπει
να με λησμονήσετε, όπως τόσο φρόνιμα εκάματε έως τώρα. Είμαι μια αλυσσίδα από
κόκκαλα, δεν πιστεύω να νομίζετε πως θα ’μουν ένα ωραίο στολίδι για την αγάπη
σας! Αντίο Γιάννη. – Μαρία». (Στοιχεία από δημοσίευμα του Σωτήρη Τριβιζά,
περ. Πόρφυρας, τ. 151-152).
[5] Χαρακτηρισμός του Χονδρογιάννη.
Η πολύ σπάνια αυτή φωτογραφία αντλήθηκε από ανάρτηση
της Χριστίνας Ντουνιά. Το κορίτσι με τα άσπρα κρατά ένα μπαστούνι σαν μπαστούνι
τυφλών, ίσως να είναι τυφλή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου